Μια ιστορία αγάπης στον καιρό
του μίσους
Σήμερα
το πρωί, καθόμουν στην λατρεμένη πόλη, στο Γαλάτσι μας, κι απολάμβανα τον καφέ
μου. Το κρύο ήταν αισθητό αλλά η σόμπα υγραερίου που είχε το Hasta
Luego
και δούλευε στο φούλ, πύρωνε τον χώρο και παράλληλα οι καρδιές των θαμώνων ήσαν
ζεστές. Καθόμουν σε μια γωνιά, μόνος και ξεφύλλιζα την Οδύσσεια του Καζαντζάκη,
δώρο εορταστικό που έκανα στον εαυτό μου και που είχα αγοράσει προ ώρας από
βιβλιοπωλείο της Αθήνας. Με είδε κάποιος περαστικός με το βιβλίο ανά χείρας και
θέλοντας να πει κάποια εξυπνάδα, τον ακούω να μου λέει: και γιατί δεν αγόρασες
την Ιθάκη του Τσίπρα; Τον κοίταξα καλά, με εκείνο το παρατεταμένο βλέμμα που
τσακίζει κόκαλα, δεν μπήκα στον κόπο να απαντήσω σε έναν ηλίθιο συμπολίτη μου
και ήπια μια γουλιά από τον υπέροχο καφέ μου ήσυχος, αγνοώντας τον.
Πιο κεί, σε ένα άλλο τραπέζι
καθόντουσαν τρείς φίλοι όπως κατάλαβα από την οικειότητα με την οποία μιλούσαν.
Δίχως να το θέλω όμως, έγινα μάρτυρας των όσων έλεγαν, ή μάλλον, για να γίνω
ακριβέστερος, ο ένας από τους τρείς, ιστορούσε στους άλλους δύο για την αγάπη
της ζωής του και πως αυτή χάθηκε στη κίτρινη σκόνη. Ας τον παρακολουθήσουμε
στον γεμάτο πόνο λόγο του:
«Έχουν περάσει τόσα χρόνια μα
αυτό το κορίτσι έχει σφηνωθεί στο μυαλό μου. Όταν την αντίκρυσα για πρώτη φορά
στην Πάτμο ένα καλοκαίρι, γύρισε ο κόσμος ανάποδα, ταράχθηκα, ο ήλιος άρχισε να
ανατέλει κι ας ήταν λίγο πριν το σούρουπο, η καρδιά μου πήγαινε να εκραγεί από
το φως που έκαψε τα σωθικά μου. Την έβλεπα και δεν περπατούσε, μετεωριζόταν στο
χώρο και τον είχε κατακτήσει. Λύγισα, δείλιασα, προβληματίστηκα, μα πάλι,
σκέφτηκα, αν δεν της μιλήσω, θα κουβαλάω βάρος για όλη τη ζωή μου. Έτσι γνώρισα
τη Βασιλική μου, μονάχα το χαμόγελό της έγινε μια τεράστια αγκαλιά. Από τη μέρα
εκείνη γίναμε αχώριστοι.
Η Βασιλική ήταν από τη Λειβαδιά
αλλά σπούδαζε στην Αθήνα, εγώ όπως ξέρετε, εδώ γεννήθηκα κι εδώ μένω, αυτή
έμενε στους Ελληνορώσους, μια δρασκελιά δρόμος είναι από εδώ.
Όταν έφυγε και πήγε στο Λονδίνο
για να κάνει το μεταπτυχιακό της, εγώ σάλεψα, όμως δεν είχα το δικαίωμα να
σταθώ εμπόδιο στις σπουδές της. Ερχόταν τακτικά στην Αθήνα, δεν έχω παράπονο,
με λάτρευε κι αυτή όπως κι εγώ. Ζούσαμε έναν έρωτα στα άκρα, με ό,τι αυτό
συνεπάγεται, χαρές, πίκρες, εντάσεις, αγκαλιές, δάκρυα, πάθη, ναι πάθη. Αυτός
δεν είναι ο έρωτας; Τη μία σε κάνει θεό και την άλλη σε κάνει δούλο; Τι μία σε
κάνει πλούσιο και την άλλη φτωχό;
Μην τα πολυλογώ, μία μέρα
μιλούσαμε στο τηλέφωνο και κουβέντα στη κουβέντα, τσακωθήκαμε, δεν ήταν ούτε η
πρώτη μα ούτε η τελευταία φορά. Ήταν όμως εκείνη η φορά που καθώρισε τη πορεία
μας. Κλείσαμε το τηλέφωνο και από τον εκνευρισμό μου δεν μπορούσα να συνέλθω.
Δεν μου πέρναγε. Μη αντέχοντας αυτή την κατάσταση, την άλλη μέρα έφυγα
αεροπορικώς για το Λονδίνο, ήθελα να τη δω και να συνεχίσουμε τον τσακωμό μας
από εκεί.
Λονδίνο, πήγα να βρω τον Γ.Π στο ξενοδοχείο … και αμέσως μετά έφυγα με τραίνο
για το University of
Bath,
στην άκρη της ομώνυμης πόλης. Πέρασα την κεντρική πύλη και σοκαρίστηκα,
ατέλειωτα κτίρια σε μία τεράστια έκταση, που να ψάξω για το κορίτσι μου; Τόσος
κόσμος εδώ μέσα, χάνεσαι. Ήμουν και άυπνος και νηστικός δυό μέρες από τα νεύρα
μου, σκέφτηκα κάπως ψύχραιμα, ας πάω στη πόλη δίπλα κάτι να βάλω στο στόμα μου
για ν’ αντέξω. Πράγματι, βλέπω ένα εστιατόριο, μπήκα μέσα και κάθισα, χάζευα
τον κατάλογο κι έρχεται η σερβιτόρα για την παραγγελία. Επειδή τα αγγλικά μου δεν
ήταν της προκοπής, της δείχνω με το δάκτυλο στον κατάλογο, this
and
this,
αυτή με κοίταξε κάπως, κάτι μου έλεγε, δεν καταλάβαινα, εγώ επέμενα, this
and
this
και κάποια στιγμή
φεύγει κάπως τσαντισμένη με την παραγγελία μου. Έπειτα από λίγο επιστρέφει και
μου φέρνει δύο πιάτα, το ένα είχε κρέας και το άλλο ψάρι. Τα έφαγα και τα δύο
δίχως πολλά, πλήρωσα κι έφυγα για το Πανεπιστήμιο.
Όπως περπατούσα δίχως να ξέρω τι
να κάνω, βλέπω μία παρέα από φοιτητές και φοιτήτριες και τους ρωτάω αν
γνωρίζουν την Βασιλική Ρ. Ένα κορίτσι μου λέει: ναι την ξέρω, και πήγα να
λιποθυμήσω από τη χαρά μου και την αϋπνία. Ακολούθησα τις οδηγίες της, βρήκα το
δωμάτιο της κι άφησα τη βαλίτσα μου να μου φύγει ένα βάρος. Βγήκα πάλι στους δρόμους
του Πανεπιστημίου και κοιτούσα δεξιά κι αριστερά να δω το κορίτσι μου. Δεν την
είδα εγώ, αυτή με είδε κι έβγαλε φωνή σπαρακτική, έπεσε στην αγκαλιά μου και
την έσφιξα δυνατά, Δεν υπήρχαν πιά νεύρα, εκνευρισμός, τίποτα από αυτά, μια τεράστια
αγκαλιά μονάχα.
Κάθισα μαζί της μια εβδομάδα.
Όταν έπρεπε να φύγω, επέστρεψα με το τραίνο στο Λονδίνο. Εκεί στην αποβάθρα,
σφιχτο-αγκαλιαστήκαμε και χωρίσαμε. Εκείνη ήταν βέβαιη για τη συνέχιση του
πάθους μας, εγώ, εγώ όταν απομακρυνόταν το τραίνο, ήξερα μέσα μου ότι δεν θα
την ξαναδώ ποτέ. Και δεν την ξαναείδα. Από τότε μέχρι και σήμερα, όταν με βλέπω
στον καθρέπτη μου, με μουτζώνω για το κορίτσι μου που το άφησα, δίχως ποτέ να της
εξηγήσω. Αλλά τι να της εξηγήσω αλήθεια; Πως ήμουν τρελός γι’ αυτήν;».
Σταμάτησε την ιστορία του
ξαφνικά ο Σ. κι ένας από τους δυό φίλους του, του λέει: καλά βρε Σ. λοξός
είσαι; Άφησες αυτό το κορίτσι και τώρα τι μας λές; Πως την σκέφτεσαι όλα αυτά
τα χρόνια κάθε ώρα και μέρα; Την ώρα εκείνη, που άπαντες οι θαμώνες άκουγαν την
τραγική ιστορία, ένα μεγάλο δάκρυ, κυλούσε αργά από το δεξί του μάγουλο.
Η καθημερινή ζωή στη πόλη μας,
έχει και τις ανθρώπινες πλευρές της.
Ο
Πεζοπόρος
