Οι
παλιοί ράφτες του Γαλατσίου
Μιλώντας για παλιά
επαγγέλματα, αναγκαστικά η ματιά μας στρέφεται προς τα πίσω, στο παρελθόν. Αλλά
και να μην μιλούσαμε γι’ αυτά, παρελθόν και μέλλον, υπάρχουν ταυτόχρονα στο
παρόν. Συνεπώς, το πισωγύρισμα, είναι μέρος της καθημερινότητάς μας.
Το Γαλάτσι κάποτε υπήρξε ανθρώπινη
πόλη, και παρόλο που από τότε δεν είχε πλατείες -εξαιρουμένης εκείνης στο
Παλαιό Τέρμα, εν τούτοις, είχε ομορφιές -
στους δρόμους οι μουριές, οι ελιές, οι νεραντζιές, οι ευκάλυπτοι, οι
αυλές και τα λουλούδια των κήπων στις μονοκατοικίες, τα λιγοστά αυτοκίνητα,
ακόμα και οι χωματόδρομοι, όλα αυτά, έδιναν ένα ιδιαίτερο χρώμα σε κάθε
γειτονιά, σε κάθε σημείο της μικρής τότε Κοινότητας, οι κάτοικοί της δε,
γνωρίζονταν όλοι μεταξύ τους, θυμίζοντας κατά κάποιο τρόπο την ουτοπική Πολιτεία
του Αριστοτέλη που την ήθελε μικρή γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, για να
γνωρίζονται οι πολίτες μεταξύ τους και να λειτουργούν καλύτερα ως κοινωνία.
Δεν
νομίζω να νοσταλγεί κανείς εκείνα τα χρόνια, είναι λάθος αν το κάνει διότι
βλέπει τα πράγματα μόνο με το συναίσθημα. Η αναφορά όμως που γίνεται στα παλιά,
έχει αξία, διότι μέσα από αυτά διακρίνουμε την εξέλιξη της ζωής, και δεν το
κάνουμε για να συγκρίνουμε – κι αυτό λάθος είναι, διότι η σύγκριση σε κάθε τι
με κάτι άλλο, παράγει σύγκρουση, κυρίως συναισθηματική, όχι, η αναφορά γίνεται
για τον λόγο αυτόν που δείχνει βήμα-βήμα πως εξελίχθηκε η ζωή μας, και πόσο
μακρινό είναι το τότε με το τώρα κι ας πέρασαν μονάχα μερικές δεκαετίες. Μπορεί
η ζωή στη πόλη μας να μη εξελίχθηκε όπως τη θέλαμε ή την ονειρευόμασταν, και
τούτο διότι η εξέλιξη από τη φύση της, έχει την καλή αλλά και την άσχημη πλευρά
της. Και δεν ισχύει η ρήση του Μάνου Χατζιδάκι όταν έλεγε: «αυτός ο κόσμος δεν
θ’ αλλάξει ποτέ», αλλάζει κάθε στιγμή και κάθε λεπτό δίχως να μας ρωτά. Το
1964, από κοινότητα που ήταν μέχρι τότε, έγινε δήμος και σταδιακά ξεκίνησε η
χαοτική της ανάπτυξη που, την βιώνουμε άπαντες σήμερα.
Συν τω χρόνω, πολλά επαγγέλματα
έχουν εξαφανιστεί, ακριβώς λόγω της εξέλιξης με τις πολλές αλλαγές που φέρνει
μαζί της. Ένα από αυτά που χάθηκαν στη πόλη μας (και στην κάθε πόλη μάλλον),
ήταν και αυτό του ράφτη. Οι ανάγκες της ένδυσης κατά πρώτο λόγο αλλά και η μόδα
κατά δεύτερο, έφεραν τα ραφεία και η πόλη μας ευτύχησε, διότι έξη σπουδαίοι
ράφτες της, έδρασαν επαγγελματικά σ’ αυτήν, ή στο κέντρο της Αθήνας, άπαντες
όμως κατοικούσαν σ’ αυτήν. Ο Γιώργος Καμπέρης,
ο Παύλος Σιγάλας, ο Σεραφείμ Σιόλας, ο Βασίλης Βασιλακάκης, ο Πέτρος
Πρωτονοτάριος και ο Μάρκος Φαρμακάκης. Στην εποχή τους, το ραφτό κουστούμι για
τον άνδρα (ό,τι για τη γυναίκα το ταγιέρ), με την κλασική γραμμή της σχεδίασης
του, έδινε συν τοις άλλοις και απαράμιλλη κομψότητα. Δεν επικράτησε τυχαία ο
όρος «κλασικό ανδρικό ντύσιμο» διότι είχε δύναμη. Το να πάει κάποιος στον ράφτη
του για ένα κοστούμι, ένα σακκάκι, ένα πανταλόνι, ένα γιλέκο, ή ένα μακρύ
παλτό, ήταν πρώτα ανάγκη και δευτερευόντως μόδα. Ήταν η εποχή που ακόμα και οι
νέοι, είχαν το κοστούμι σαν πρώτη επιλογή στο ντύσιμό τους.
Γι’ αυτούς τους άριστους
επαγγελματίες που, με την εργασία τους άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στην
ιστορία της πόλης μας, ας μιλήσουμε λίγο αναλυτικότερα, ας τους γνωρίσουμε
καλύτερα, να δούμε ποιοι ήταν ή είναι, από που έφτασαν εδώ στο Γαλάτσι, ας
δούμε έστω σε λίγες γραμμές τη πορεία τους. Το αξίζουν.
Γιώργος Καμπέρης
Ο πρώτος που άνοιξε
ραφείο στο Γαλάτσι, ήταν ο Γιώργος Καμπέρης, στο Παλαιό Τέρμα, εκεί που
βρίσκεται σήμερα η Εθνική Τράπεζα. Δηλαδή στη πιάτσα της πόλης εφόσον στην
περιοχή του Παλαιού Τέρματος[1] υπήρχαν
τα εμπορικά καταστήματα. Είχε γίνει σε παλαιότερο δημοσίευμα εκτενής αναφορά για το ποιοί επαγγελματίες είχαν τα μαγαζιά τους γύρω από το Παλαιό Τέρμα.
Ο Γιώργος ο Καμπέρης, όπως είχα
ακούσει στο παρελθόν και σε ανύποπτο χρόνο, από τον ανεψιό του Γρηγόρη Καμπέρη
(της Electronet[2]),
άνοιξε το ραφείο του το 1950 και το εγκαινίασε το 1951. Περίοδος πολύ δύσκολη
για το Γαλάτσι που στην ουσία ήταν ένα διάσπαρτο χωριό, από τον Βόρειο Πόλο[3] και πάνω.
Η οικογένεια Καμπέρη, με σημαντική
και διαρκή παρουσία στο Γαλάτσι, έλκει την καταγωγή της από τα ορεινά των
Τρικάλων. Είναι δε από τις παλιότερες οικογένειες της πόλης μας.
Οι
δουλειές στο ραφείο του Γιώργου Καμπέρη, πήγαιναν πολύ καλά, ήταν ο μοναδικός
άλλωστε εκείνο το διάστημα, και λόγω των αυξημένων υποχρεώσεων έναντι των
πελατών του, είχε και την Μαρία, ένα νεαρό κορίτσι που τον βοηθούσε στις
ανάγκες του ραφείου.
Παύλος Σιγάλας
Γεννήθηκε στη
Σαντορίνη το 1922. Ήταν δε το μεγαλύτερο παιδί μιάς πολυμελούς οικογένειας με
πέντε παιδιά. Δύσκολα τα έφερνε βόλτα η οικογένεια, ο τόπος ξηρός και βραχώδης,
τα λίγα σταφύλια που έβγαζε δεν επαρκούσαν στα προς το ζην. Έτσι, το 1937
μετανάστευσε στην Αθήνα, στα Κάτω Πατήσια. Ο έφηβος πλέον Παύλος, μαζί με τον
πατέρα του, έπρεπε να φροντίσουν την οικογένεια.
Έγινε το παιδί για όλες τις δουλειές
στο ραφείο του Φραντζή στην οδό Σταδίου, στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν πρόθυμος,
δουλευταράς, καλότροπος, του άρεσε το ράψιμο και σιγά-σιγά έγινε ραφτόπουλο. Έμαθε
καλά την τέχνη του ράφτη, αλλά τον πρόλαβε η Κατοχή. Τρόμος, πείνα, δυστυχία, η
Αθήνα ρημάζει – η Αθήνα διχάζεται, κάποιοι (οι πολλοί) πεινούν, και κάποιοι
πλουτίζουν. Την πείνα τη ζεί στο πετσί του. Κάθε μέρα, στη διαδρομή για τη
δουλειά, αντικρίζει τη δυστυχία στους δρόμους, το «κάρο» του Δήμου, γεμίζει από
πεθαμένους, από πείνα κι αρρώστιες. Η φυματίωση, ο τύφος και η γαστρεντερίτιδα
θερίζουν τον απλό κόσμο. Οι πολλοί πεθαίνουν και οι μαυραγορίτες πλουτίζουν
πάνω στα σώματα και στις ψυχές των νεκρών.
Ο Κυρ Παύλος, χρόνια μετά αφηγείτο
στα παιδιά του, πως τον έσωσε η μάνα του, τραβώντας τον ημιθανή από το κάρο του
Δήμου διότι αρρώστησε από τύφο, λιποθύμησε και τον μαζέψανε από τον δρόμο
πετώντας τον πάνω σ’ αυτό.
Δύσκολα χρόνια, μονάχα οι συνεργάτες
των Γερμανών καλοπερνούσαν, και δυστυχώς δεν ήταν λίγοι, ήταν πολλοί. Η
κατοχική κυβέρνηση του Τσολάκογλου, μένει θεατής στη πείνα και τις συνέπειές
της, έμμεσες και άμεσες. Τα λαϊκά συσσίτια, γράφει ο Πωλ Μον[4] του
Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, αποτελούν τεράστιο σκάνδαλο. Τα θύματα της πείνας φτάνουν
τις 250 με 300 χιλ.
Ο κυρ Παύλος, έχει καταλάβει πλέον
ότι το παιχνίδι παίζεται από τους Γερμανούς αλλά οργανώνεται και συντονίζεται
από τους Έλληνες συνεργάτες τους που, πλουτίζουν πάνω στα πτώματα. Γι’ αυτόν, η
αντίσταση είναι μονόδρομος. Γίνεται επονίτης και κάνει ό,τι μπορεί, αργότερα
καμαρώνει, όταν αφηγείται ότι τον Μάρτη τού ’43 ήταν στις
διαδηλώσεις-συγκρούσεις για να μην περάσει η πολιτική επιστράτευση: «Βάλανε
τα ελληνικά σώματα ασφαλείας να χτυπάνε Έλληνες, ήταν η πρώτη αλλά όχι η
τελευταία φορά», ιστορούσε χρόνους αργότερα.
Μετά την απελευθέρωση, τη δεκαετία
του 1950, άνοιξε το ραφείο του στο Παλαιό Τέρμα Γαλατσίου. Το δεύτερο ραφτάδικο
στο Γαλάτσι ήταν αυτό του κυρ Παύλου, είχε προηγηθεί το ραφείο του Γιώργου
Καμπέρη. Αγαπούσε πολύ τη δουλειά του, ήταν ευγενής και χωρατατζής, πρόσεχε και
σεβόταν τους πελάτες του και άπαντες ήσαν ευχαριστημένοι, τόσο από τη
συμπεριφορά του αλλά φυσικά και το ράψιμό του. Ειρήσθω εν παρόδω, στον κυρ
Παύλο έραβαν τα ρούχα τους (κοστούμια κ.ά.) τόσο ο πατέρας μου και ο παππούς
μου, αλλά και οι θείοι μου. Θυμάμαι δε τον πατέρα μου να έχει πάντοτε ένα καλό
λόγο για την τέχνη του κυρ Παύλου αλλά και για την ανθρωπιά του. Αργότερα, όταν
έφυγε από τη ζωή ο κυρ Παύλος, ραβόταν στον Σεραφείμ: «κι αυτός είναι πάρα πολύ
καλός ράφτης», θυμάμαι πως έλεγε.
Μετά το ’60, μετέφερε το ραφείο του
στον ιδιόκτητο πλέον χώρο του, στο Νέο Τέρμα Γαλατσίου, στα «πεύκα του
Ζαμπέτα». Οι πελάτες του, τον ακολουθούν στο καινούργιο ραφείο του, συν τω
χρόνω η φήμη του μεγαλώνει - με τον κόπο και την τέχνη του, μα με την αγάπη του
κυρίως για το ράψιμο, άφησε το δικό του αποτύπωμα στην ιστορία της πόλης μας.
Πάντοτε αριστερός ο κυρ Παύλος, δεν
το έβαλε κάτω ούτε τον καιρό της χούντας, στα 63 του όμως χρόνια, έφυγε από τη
ζωή, με το παράπονο: «Κρίμα, οι αγώνες των αριστερών αδικαίωτοι, και οι
πουλημένοι ακόμα στην εξουσία». Άνθρωπος διαμάντι ο κυρ Παύλος, τον θυμάμαι
αμυδρά με το πλατύ του χαμόγελο.
Σεραφείμ Σιόλας
Η ζωή του, μοιάζει σαν
ένα παραμύθι, μόνο που σ’ αυτό υπήρχε πόνος, αίμα, φωτιά, η δολοφονία του
πατέρα του – όλη εκείνη η πληγή του αδελφοκτόνου εμφύλιου, των ταγματασφαλιτών
και του παρακράτους, η Ελλάδα που έτρωγε τα παιδιά της, η υποτέλεια στους Άγγλους
του «διαίρει και βασίλευε». Ένα Γολγοθάς που ο Σεραφείμ Σιόλας τον ανέβηκε,
άφησε τις πληγιές πίσω του και κοίταξε με στέρεο βλέμμα τη ζωή.
Γεννήθηκε
το 1937 στο Γραμματικό της Καρδίτσας, χωριό του κάμπου, από εύπορη οικογένεια.
Η μακρινή όμως καταγωγή της οικογένειας έχει ρίζες ηπειρώτικες. Ο πατέρας του ο
Αριστοτέλης, στο Γραμματικό, είχε πλούτη μιάς και είχε μεγάλη στάνη με
περισσότερα από 400 πρόβατα. Για την οικονομία εκείνης της μακρινής εποχής,
ακόμα και 200 πρόβατα έδειχναν οικογένεια εύπορη, πόσο μάλλον με 400, ή με
περισσότερα που διέθεταν οι μεγάλοι τσελιγκάδες -κυρίως της Ηπείρου-, με πρώτο
και τρανό τον Τσουμάνη. Ειρήσθω εν παρόδω, στα πόδια του ορειβατικού καταφυγίου
της Γκαμήλας στην Πίνδο, υπάρχει μία μεγάλη λάκα, η Λάκα του Τσουμάνη, όπου σ΄
αυτήν ο μεγάλος τσέλιγκας είχε τις στάνες του με τα χιλιάδες πρόβατα κι έβοσκαν
στ’ αλπικά λιβάδια τους καλούς καιρούς. Διασχίζοντας δε σε νότια σχεδόν
κατεύθυνση τη μεγάλη λάκα, έφτανες έπειτα από μιά περίπου ώρα πεζοπορίας, στην
περίφημη Δρακόλιμνη της Γκαμήλας (υπάρχει και η Δρακόλιμνη του Σμόλικα). Από τη
βορινή πλευρά της λάκας, άλλο μονοπάτι με κατεύθυνση δυτική, ανέβαινε σταδιακά
τη λάκα, συναντούσε τη Βρωμόβρυση (παγωμένο νερό αλλά βαρύ) και συνέχιζε προς
τις κορφές της Γκαμήλας και του Καρτερού, ή διασχίζοντας το αλπικό τοπίο δίπλα
από το οροπέδιο της Αστράκας, έφτανες στο Τσεπέλοβο έπειτα από 7ωρη περίπου
πεζοπορία.
Ο
πόλεμος του ‘40 βρήκε τον πατέρα του να πολεμάει στο Αλβανικό Μέτωπο, πίσω, τα
τρία του αδέλφια οργανώθηκαν στον ΕΛΑΣ πολεμώντας τα δύο πρώτα τους Γερμανούς
στα βουνά και ο τρίτος από το χωριό συντόνιζε τις ανάγκες των ανταρτών. Όταν
επέστρεψε από το Μέτωπο ο πατέρας του έμεινε στο χωριό για να συντηρήσει το
βιός τους.
Το
1942, μπήκαν στο Γραμματικό Ιταλοί με συνοδεία ταγματασφαλιτών, μάζεψαν όλο το
χωριό στη πλατεία και εκεί διάλεξαν τρείς άνδρες για εκτέλεση, για
παραδειγματισμό. Μεταξύ αυτών και ο Αριστοτέλης που κατάφερε να δραπετεύσει και
να γλυτώσει το εκτελεστικό απόσπασμα, οι άλλοι δύο όμως συγχωριανοί του δεν τα
κατάφεραν και εκτελέστηκαν.
Καλύτερα
όμως ας ακούσουμε τον ίδιο τον Σεραφείμ Σιόλα να διηγείται την περιπέτεια της
οικογένειάς του: «Ο πατέρας μου, από τη στάνη που είχε, συντηρούσε πολλές
φορές τους αντάρτες που κατέβαιναν από το βουνό και τους έδινε πρόβατα για τις
ανάγκες της επιβίωσής τους. Μάλιστα μία φορά, χρειάστηκαν 120 αρνιά για τις
ανάγκες τους οι αντάρτες, ο πατέρας μου ο Αριστοτέλης τα έδωσε με την καρδιά
του, και του έδωσαν ένα χαρτί με την οφειλή τους που θα πραγματοποιείτο στο
μέλλον. Η τακτική αυτή που ακολουθούσε ο
πατέρας μου, δεν άρεσε καθόλου στους ταγματασφαλίτες της περιοχής. Έτσι,
όρμησαν κάποια φορά στο σπίτι μας, το έκαψαν εκ θεμελίων, ο παπάς με έναν
τσέλιγκα και τους υποτακτικούς τους, και μας πήραν ολόκληρη τη στάνη και πήγαν
και την πούλησαν στη μαύρη αγορά. Εμείς καταστραφήκαμε, από πλούσιοι που
ήμασταν, σε μία νύχτα γίναμε φτωχοί. Τον υπόλοιπο βίο μας τον περάσαμε φτωχά.
Παιδί ήμουν, μα έβαλα στο μυαλό μου την εκδίκηση σαν μεγαλώσω και γίνω
παληκάρι. Μα πως τα φέρνει τα πράγματα η ζωή, δεν ξέρω, παληκαράκι σαν ήμουν,
ερωτεύτηκα την κόρη του παπά, αυτού που μας έκλεψε το βιός μας και τη ζωή μας -
την ξέχασα γρήγορα όμως, όπως και την εκδίκηση, διότι αμέσως μετά ερωτεύτηκα το
κορίτσι που χρόνια αργότερα έγινε η γυναίκα μου.
Μετά
τη συμφωνία της Βάρκιζας, κατέβηκαν οι αντάρτες από το χωριό και παρέδωσαν τα
όπλα τους, κοντά σε αυτούς και τα αδέλφια του πατέρα μου. Δυστυχώς όμως, οι
παρακρατικές ομάδες που δρούσαν στην περιοχή, γυρνούσαν τα χωριά και κυνηγούσαν
τους Έλληνες που πολέμησαν τους Γερμανούς. Τον Μάη του 1947, ήρθαν πάλι οι
παρακρατικοί στο χωριό μας, σκότωσαν ένα 17χρονο αγόρι και τον πατέρα μου
έπειτα από φρικτά βασανιστήρια. Γλύτωσε από τους Ιταλούς ο πατέρας μου και
δολοφονήθηκε από τους Έλληνες».
Στο Γαλάτσι ο Σεραφείμ Σιόλας,
άνοιξε το ραφείο του το 1960, επί της οδού Σύρου. Επειδή δεν του έφταναν τα
χρήματα για την ενοικίαση του ραφείου του, δανείστηκε 450 δραχμές από τον θείο
του τον Κώστα Σιόλα-Μάνθο (είχε ραφείο στην Αθήνα αλλά την περίοδο εκείνη το
είχε κλείσει) για να πληρώση την εγγύηση. Πήγαινε καλά η δουλειά και κάλεσε και
τον θείο του να έρθει κοντά του για να δουλέψουν μαζί. Αργότερα, μετέφεραν το
ραφείο στη Λ. Βέικου 10 και τον Νοέμβριο
του 1967, με την εργατικότητά του, κατάφερε κι αγόρασε δικό του χώρο επί της Λ.
Βέικου 7.
Ο Σεραφείμ, απόκτησε μεγάλη φήμη σαν
ράφτης, το όνομά του έφυγε από τα στενά όρια του Γαλατσίου. Το 1970
παρακολούθησε μαθήματα κοπτικής στη σχολή Μίλλερ για να βελτιώσει την τεχνική
του. Όμως, με νοσταλγία θυμάται ότι το πρώτο κοστούμι που έραψε σε ηλικία 16
ετών, ήταν για τον καρδιακό του φίλο τον Σταύρο Κουνάνη, μεγάλο αδελφό του
Φραγκίσκου.
Καθιστοί από δεξιά,
Σταύρος Κουνάνης και Σεραφείμ Σιόλας
Ας ακούσουμε όμως πάλι τον ίδιο να
μας μιλάει για την επαγγελματική ζωή του: «Από το Γαλάτσι δεν θέλησα να
φύγω. Πολλοί συνάδελφοί μου με παρότρυναν να πάω στο Κολωνάκι ν’ ανοίξω μαγαζί,
επειδή –όπως έλεγαν- ήμουν πολύ καλός στη δουλειά μου. Εγώ όμως τους απαντούσα
ότι στο Γαλάτσι ξεκίνησα, εδώ δημιούργησα το όνομά μου, ο κόσμος του Γαλατσίου
με στήριξε και δεν υπήρχε περίπτωση να τους αφήσω και να φύγω. Είχα πολλούς
επώνυμους πελάτες, δεν θα αναφέρω ονόματα για να μην ξεχάσω κανέναν. Όμως, δεν
θα ξεχάσω τον γνωστό και πολύ μεγάλο ηθοποιό μας, τον Θάνο Κωτσόπουλο, έναν
θαυμάσιο άνθρωπο».
Σήμερα, μπορεί εύκολα να τον
συναντήσει κανείς στη πιάτσα του Γαλατσίου, πρωί η απόγευμα, και μπορεί να τον
διακρίνει από την αρχοντιά του. Ντυμένος πάντα στη πένα, ευκίνητος, κι ας μετρά
κοντά ενενήντα χρόνια ζωής. Να είναι καλά.
Βασίλης Βασιλακάκης &
Πέτρος Πρωτονοτάριος
Οι δύο αυτοί ράφτες, άνοιξαν μαζί το πρώτο ραφείο τους το 1961 στην οδό Ακαδημίας, στο κέντρο της Αθήνας. Και οι δυό κατάγονται από την Απείρανθο (Απεράθου) της Νάξου. Η μακρινή καταγωγή όμως του Βασιλακάκη, είναι από το ορεινό χωριό Καλλικράτη των Σφακίων της Κρήτης. Ιστορικό χωριό μιάς και είχε υποστεί από τους εκάστοτε κατακτητές της Κρήτης τέσσερα ολοκαυτώματα. Ο πρόγονός του έφτασε στο λιμάνι της Μουτσούνας -επίνειο της Απεράθου-, ένα από τα παλιά λιμάνια της Νάξου.
Από δεξιά, Πέτρος
Πρωτονοτάριος, Γιώργος Τρόντζος (διεθνής μπασκετμπολίστας, 2.20 εκ ύψος),
Βασίλης Βασιλακάκης και ο βοηθὸς τους ο Αχιλλέας.
Παρόλο που δεν είχαν το ραφείο τους
στο Γαλάτσι, ήταν ονομαστοί ράφτες. Η τέχνη τους είχε διαδοθεί στόμα με στόμα
(συνηθισμένος τρόπος την εποχή που δεν υπήρχαν οι διαφημίσεις, ή κοινωνικά
δίκτυα) από τους πελάτες τους. Στην Ακαδημίας, παράλληλα με την τέχνη τους,
έχτιζαν και τη φήμη τους, η πελατεία τους αυξήθηκε και δεν άργησαν ν’ ανοίξουν
και δεύτερο ραφείο στο Γαλάτσι, στη συμβολή των οδών Κουντουριώτου & Μάρκου
Μπότσαρη και τα δούλευαν παράλληλα. Είδαν όμως ότι το μέλλον της ανδρικής
ένδυσης στρεφόταν σταδιακά στο έτοιμο ρούχο, έτσι, έχοντας την διορατικότητα,
άνοιξαν στη συμβολή Λ. Βέικου & Μάρκου Μπότσαρη εμπορικό κατάστημα με
ρούχα. Δούλευαν παράλληλα και τις τρείς επιχειρήσεις τους.
Ο Βασιλακάκης και ο Πρωτονοτάριος, πορεύθηκαν με άριστο τρόπο από κοινού, μέχρι τη μέρα που συνταξιοδοτήθηκε ο δεύτερος. Ποτέ στον επαγγελματικό βίο τους δεν αντάλλαξαν άσχημη κουβέντα, ποτέ δεν γεννήθηκε η ανάγκη του άσχημου λόγου, ήταν άριστοι σε όλα τους. Όταν όμως συνταξιοδοτήθηκε ο Πρωτονοτάριος, ο Βασιλακάκης δεν θέλησε να συνεχίσει μόνος του, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι δεν θα δούλευε μαζί με τον συνεργάτη του. Έτσι, έκλεισε το εμπορικό κατάστημα -κοντά στη σύνταξη ήταν κι αυτός-, και ασχολήθηκε με το εμπορικό κατάστημα που άνοιξε ο γιός του ο Δημήτρης λίγο πιο πέρα, στη συμβολή Λ. Βέικου με την οδό Μαντώς Μαυρογένους.
Πίσω
από τα φώτα της ράμπας, έγινε πολύτιμος βοηθός του γιού του Δημήτρη που είχε
και έχει φυσικά, ένα, ή μάλλον, ίσως το κορυφαίο κατάστημα ανδρικών ρούχων, στο
Γαλάτσι. Κοστούμια, πανταλόνια, πουκάμισα, κάθε τι που χρήζει επιδιόρθωσης,
περνάει από τα χέρια του έμπειρου ράφτη Βασίλη Βασιλακάκη. Παράλληλα με την
ενασχόληση αυτή, ήταν για ένα μεγάλο διάστημα και συνεργάτης της πολυεθνικής
γερμανικής εταιρείας ρούχων Boss,
που από το 2022 λέγεται Hugo
Boss.
Σήμερα,
ο σπουδαίος αυτός μάστορας του ρούχου, μετρώντας 88 χρόνια βίου έντιμου,
συνεχίζει από μεράκι κι αγάπη την τέχνη του. Να είναι καλά. Ο Πέτρος
Πρωτονοτάριος δεν βρίσκεται στη ζωή.
Μάρκος Φαρμακάκης
Η αυλή του κυρ
Στέλιου, ήταν ένας μαγικός χώρος, ευρισκόμενος στη πρόσοψη του γαλακτοπωλείου
του, επί της οδού Χρήστου Λαδά 30, λίγο πριν αυτή ακουμπήσει πάνω στην πλατεία
Κύπρου. «Πίσω από το γαλακτοπωλείο είχε ο κυρ Στέλιος την κατοικία του και
δίπλα σε αυτήν κατοικούσε η κόρη του που είχε παντρευτεί τον Μάρκο Φαρμακάκη,
δεν τον θυμάσαι;». μου έλεγε προ ημερών μία παιδική φίλη που κατοικούσε
στον ίδιο δρόμο αλλά λίγα μέτρα χαμηλότερα. Έκανε μία μικρή παύση η φίλη μου
και συνέχισε: «Ο κύριος Μάρκος ήταν σπουδαίος ράφτης, σε αυτόν έραβε τα
κουστούμια του ο πατέρας μου αλλά αργότερα έφτιαξε το γαμπριάτικο κουστούμι του
και ο άντρας μου, ίσως όμως να μην τον θυμάσαι διότι το ραφείο του το είχε στο
κέντρο της Αθήνας». Πράγματι, δεν τον θυμόμουν, όμως το όνομά του μου ήταν
πάρα πολύ οικείο.
Ας
γνωρίσουμε όμως καλύτερα έναν ακόμα σπουδαίο ράφτη που έζησε στο Γαλάτσι. Η ζωή
του, σαν μυθιστόρημα. Ας ακούσουμε τον γιό του, τον Νίκο Φαρμακάκη (οφθαλμίατρο - Ομότιμο Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας) να μας ιστορεί
με ακρίβεια την θυελλώδη πορεία του πατέρα του, μέσα από την ιταλική κατοχή της
Δωδεκανήσου, τον πόλεμο του ΄40, την αντίσταση στους Γερμανούς κατακτητές, και
όλη την μετέπειτα πορεία του:
Ο
Μάρκος Φαρμακάκης γεννήθηκε στην Πάτμο που ήταν σε καθεστώς Ιταλικής κτήσης τον
Δεκέμβριο του 1920. Ήταν πρωτότοκος γιός του Νικολάου Φαρμακάκη και της
Μαρουσώς Παναγιωτάκη. Σε ηλικία 7 ετών έχασε τον πατέρα από ατύχημα.
Έλαβε
στοιχειώδη εκπαίδευση στο Δημοτικό σχολείο Σκάλας Πάτμου και 2 τάξεις μέσης
εκπαίδευσης στην Ιερατική Σχολή
«Πατμιάδα».
Από
15 ετών εργαζόταν ως εργάτης στα Ιταλικά εργοτάξια δομικών έργων και παράλληλα
ως εκπαιδευόμενος ράφτης στο ραφείο του Νικόλα Βάλλα.
Μή
αντέχοντας το βάναυσο καθεστώς της φασιστικής ιταλικής διοίκησης σε ηλικία 18
ετών (26 Ιουλίου 1938) δραπέτευσε από την Πάτμο με μία μικρή βάρκα κωπηλατώντας
10 ναυτικά μίλια μέχρι τους Φούρνους που ήταν ελληνικό έδαφος. Απο εκεί μέσω
Σάμου πήγε στην Αθήνα.
Με
την κήρυξη του Ιταλο-Ελληνικού πολέμου κατατάχθηκε στο Σύνταγμα Εθελοντών
Δωδεκανησίων και πολέμησε μέχρι την συνθηκολόγηση.
Από
το 1941 μέχρι και το 1942 κρυβόταν στην Αθήνα σε διάφορα νοσοκομεία ως
(εικονικός) τραυματίας, ένα καθεστώς που παρείχαν τα πατριωτικά στοιχεία
προκειμένου να προφυλάξουν τους Δωδεκανήσιους εθελοντές από τους Ιταλούς που
τους είχαν επικηρύξει ως «προδότες πατρίδος» αφού ήταν Ιταλοί υπήκοοι. Τον
χειμώνα του 1942 συνελήφθη από τους Ιταλούς μαζί με άλλους συμπατριώτες του και
φυλακίστηκε. Τον χειμώνα του 1943 μαζί με μερικούς συγκρατούμενούς του
δραπέτευσε και διέφυγε με την βοήθεια του ΕΑΜ στα Γεράνεια και εντάχθηκε στον
ΕΛΑΣ. Έλαβε μέρος στην αντίσταση και την μάχη της Αθήνας και το 1945 αποχώρησε από την ένοπλη δράση με την έναρξη
του εμφυλίου. Όπως έλεγε: «πολέμησα εθελοντής για την ελευθερία της πατρίδας
και όχι για να σκοτωθούμε μεταξύ μας».
Λόγω της αντιστασιακής του δράσης
παρέμεινε κρυβόμενος στην Αθήνα, κάνοντας τον μικροπωλητή ειδών ραπτικής στην
οδό Αγίου Μάρκου με τα πολλά ραφεία και
μετά τον ράφτη και αργότερα αρχιμάστορα
σε κάποια μεγάλα από αυτά (Μπάστα, Πολίτη κ.ά.). Παρέμεινε ράφτης με
δικό του ραφείο στην Αγίου Μάρκου και κατόπιν συνεργαζόμενος με διάφορους συναδέλφους του μέχρι το 1996 που
αρρώστησε και αποβίωσε.
Στο ραφείο του Πολίτη. Ο Μάρκος Φαρμακάκης όρθιος δεξιά
Το 1951 παντρεύτηκε την Γεωργία Φραγκουλοπούλου, δευτερότοκη κόρη του Στέλιου Φραγκουλόπουλου που είχε γαλακτοπωλείο-καφενείο στην οδό Χρήστου Λαδά 30 στο Γαλάτσι. Στο Νο 28, δίπλα στο καφενείο, ο πατέρας μου οικοδόμησε μία μονοκατοικία όπου στεγάστηκε η τετραμελής οικογένειά του (Νικόλαος γεν.1952, Στυλιανός γεν.1953, Δήμητρα γεν. 1958, Θεολόγος γεν. 1965). Η μητέρα μας απεβίωσε το 2018.
***
Θέλω να πιστεύω ότι
δεν ξέχασα και κάποιον άλλο συμπολίτη μας που είχε ραφείο είτε στο Γαλάτσι είτε
στο κέντρο της Αθήνας, Οι πληροφορίες που συνέλλεξα, αναφέρονταν σε αυτούς τους
έξη. Δεν θέλω να κάνω το ίδιο λάθος όπως αυτό με τους κουρείς, όπου παρέλειψα
τον αρχαιότερο εξ αυτών, τον κ. Ρίζο, που είχε το κουρείο του στο Παλαιό Τέρμα,
εκεί που σήμερα λειτουργεί γραφείο ΟΠΑΠ. Αν όμως παρ’ όλα αυτά μου διέφυγε
κάποιος, ας κριθώ με επιείκεια.
Αν οι αναφερόμενοι αυτοί ράφτες
είχαν σήμερα τα ραφεία τους σε λειτουργία, θα είχαν αποκτήσει μεγάλο όνομα σε
πανελλήνιο επίπεδο, τόσο σπουδαίοι καλλιτέχνες υπήρξαν σε μία δύσκολη τέχνη. Θα
μπορούσαν κάλλιστα να γινόντουσαν μεγάλοι και φημισμένοι σχεδιαστές ανδρικής
μόδας. Τυχεροί, υποστηρίζω ότι ήταν όσοι φόρεσαν τα ρούχα τους, κοστούμια ή
πανταλόνια. Σε μία εποχή μάλιστα που η Ελλάδα είχε δικά της κασμίρια
εξαιρετικής ποιότητας. Εδώ, γνωστό νομίζω είναι αυτό που κυκλοφορεί: «Πήγε
κάποιος στο Λονδίνο να αγοράσει καλό εγγλέζικο ύφασμα για κοστούμι. Ο έμπορας,
κατέβασε από το ράφι του το τόπι με το ακριβότερο κασμιρένιο ύφασμα, που έφερε
το λογότυπο της εταιρείας -κασμίρια Δημητριάδης-». Ναι, ο Δημητριάδης και
οι Μηναΐδης-Φωτιάδης, έφτιαχναν τα καλύτερα κασμίρια του κόσμου.
Αυτοί οι έξη ράφτες που κόσμησαν την
πόλη μας, πέρασαν τη ζωή τους δια προς και σιδήρου, κυριολεκτικά. Ζώντες και
αποβιώσαντες, έχουν τον σεβασμό μας.
Αξίζει
να αναφερθεί εδώ επίσης, ότι το Γαλάτσι των παλιών καιρών, αποτελείτο κατά
μεγάλο βαθμό από κατοίκους αριστερών ιδεολογιών, κατ’ επέκταση και από αντάρτες
του ΕΛΑΣ[5] - οι
άνθρωποι δε αυτοί των διαφορετικών ιδεολογιών -όχι μόνο οι ράφτες-, παρόλο που
αρκετοί από αυτούς είχαν βρεθεί ενδεχομένως αντιμέτωποι στη διάρκεια του
εμφυλίου, ή τον είχαν βιώσει με ποικίλους τρόπους, άφησαν πίσω τους το παρελθόν
και πορεύθηκαν όχι μόνο με ειρήνη αλλά οι σχέσεις τους έγιναν ουσιαστικές,
ανθρώπινες και βαθιά φιλικές. Όχι όλοι, μα οι περισσότεροι από αυτούς τους
ανθρώπους των καιρών εκείνων, ήταν ολιγογράμματοι, εν τούτοις, με τη στάση τους
στη ζωή, δίδαξαν πολιτισμό, ένα διαφορετικό τρόπο συμβίωσης σε μία κλειστή
κοινωνία και με έμπρακτη από κάθε άποψη την αλληλεγγύη – όχι την ελεημοσύνη ή
την φιλανθρωπία, που από τη φύση τους και μόνο είναι όροι ταξικοί.
Στο
ταξίδι μου αυτό πίσω στο χρόνο για τους ράφτες του Γαλατσίου, από καρδιάς
ευχαριστώ όλους τους πληροφορητές μου, άνδρες και γυναίκες. Και θέλω να πιστεύω
ότι θα σεβαστούν της επιθυμία μου ώς προς την ανωνυμία μου. Αν δεν το κάνουν,
θα τους βάλω τιμωρία δίπλα στον πίνακα να στέκονται όρθιοι με το ένα πόδι!
Ο Πεζοπόρος
[1]
Σαν πιάτσα του Γαλατσίου,
προηγήθηκε η περιοχή της πλατείας Λιναρά έναντι του Παλαιού Τέρματος.
[2]
Να σημειωθεί ότι, η Electronet
επί της οδού Ελ.
Βενιζέλου και υπό τη διεύθυνση του Γρηγόρη Καμπέρη, έχει τις πλέον ελκυστικές
τιμές στην Ελλάδα. Αυτό δεν χρειάζεται να το πω εγώ, μία απλή έρευνα αγοράς το
μαρτυρά από μόνη της.
[3]
Ζαχαροπλαστείο της εποχής
στη Λεωφόρο Γαλατσίου, στα όρια με τον δήμο της Αθήνας. Εκεί κοντά, είχαν τις
κατοικίες τους και οι μεγάλοι ηθοποιοί Θανάσης Βέγγος και Δήμος Σταρένιος.
[4]
Ο Paul Mohn, ο
Σουηδός διπλωμάτης, ως πρόεδρος της σουηδοελβετικής Επιτροπής Διαχειρίσεως
Βοηθημάτων του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, έζησε τα γεγονότα από πρώτο χέρι και ο
αριθμός των 250-300 χιλ. που πέθαναν από την πείνα όπως αναφέρει, αφορούν όλη
την Ελλάδα.
[5] Ο ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός) δεν έχει ουδεμία σχέση με την ΕΛ.Α.Σ, το κομματικό παίγνιο του λαϊκισμού & της «ηθικής επανάστασης» των ημερών μας.













