Final four παραμυθάδων
στο Γαλάτσι
Χθές το πρωί, έκανα έναν ωραίο
περίπατο προς το Άλσος και παράλληλα θέλησα να ελέγξω το «πηγάδι» στο εργοτάξιο
του ΜΕΤΡΟ, αλλά, επειδή δεν είχα πάσο, δεν μου επετράπη η είσοδος. Οι
εργαζόμενοι, έκαναν απλά τη δουλειά τους, και την έκαναν καλά.
Κατά
την επιστροφή μου, όταν πέρασα την Τράλλεων, άρχιζε να μυρίζει ο τόπος δυόσμο
και βασιλικό. Κάποια κουζίνα μαγείρευε τα καλούδια της οικογένειας. Όταν πέρασα
τη Σολωμού, οι μυρωδιές είχαν χάσει τη δύναμή τους, όμως κάποια οχλαγωγή έφτανε
στα αυτιά μου. Πράγματι, σαν έφτασα στο καφέ 48 για τον συνηθισμένο μου καφέ, η
οχλαγωγή όλο και δυνάμωνε. Με έκπληξη, στην πόρτα του καφέ, αντίκρισα την
παρακάτω αφίσα. Ώπα!, σκέφτηκα, εδώ έχουμε θέμα.
Εισήλθα στο
καφέ και κατευθύνθηκα στο βάθος του. Από το σημείο αυτό έχεις σφαιρική
ορατότητα αλλά και ακουστική, έν ολίγοις, ό,τι θα ειπωθεί, έστω και χαμηλόφωνα,
όχι μόνο το ακούς πολύ καθαρά αλλά και βλέπεις ποιος είπε τι. Στο βάθος του
καφέ, βρίσκονται οι διακεκριμένες θέσεις. Αφού κάθισα, κοίταξα ολόγυρα και
σταμάτησε η ματιά μου στη πηγή της οχλαγωγής. Στο κέντρο βρισκόταν ο δήμαρχος
Γαλατσίου -ο δήμαρχος της καρδιάς μας- και τον κύκλωναν, ο Κώστας ο Μπάκης, ο
Φώντας ο Στασινόπουλος, ο κύριος Λάμπρος ο Κασάσπογλου, ο κύριος Τσεκούρας και
κάποιος άλλος. Αμέσως έκανα αυτό τον συνειρμό: είναι αυτοί οι ψεύτες ή οι
παραμυθάδες του Γαλατσίου και αποδέχτηκαν το κάλεσμα του δημάρχου μας;
Για
τον Μπάκη και τον Φώντα, δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Και οι δυό τους, ήταν
παιχταράδες στον καιρό τους. Ο Μπάκης σε μεγάλες ομάδες, ο Φώντας στον Α.Ο.
Γαλατσίου. Βέβαια, κάλεσε τον Φώντα κάποτε ο Φάντροκ, ο προπονητής της ΑΕΚ,
αλλά αυτός δεν έμπαινε σε καλούπια, και καλά έκανε.
Μιάς
και το’ φερε η κουβέντα, όταν είχε ο Φώντας τη γιάφκα στη πλατεία Κύπρου,
γινόταν κάθε βράδυ το έλα να δείς. Οι ποδοσφαιρικές αναλύσεις που γινόντουσαν
με τα μπυρόνια ανά χείρας, έδιναν μοναδικές εικόνες στην ήσυχη κατά τ’ άλλα
πλατεία. Από πρώτο χέρι λοιπόν γνωρίζω, όχι, ο Φώντας δεν ήταν ποτέ παραμυθάς,
ούτε όμως και ο Μπάκης. Τότε, γιατί πήγαν στο παράξενο αυτό κάλεσμα του
δημάρχου της καρδιάς μας; Για να τους παγιδέψει; Για ποιο λόγο; Ή μήπως το
κάλεσμα έγινε για να παγιδέψουν τον κύριο Λάμπρο; Πάντως ας σημειωθεί ότι,
καθώς έφευγε ο δήμαρχος από τη «μάζωξη των ψευτών», τον πιάνει ο κύριος Λάμπρος
και του λέει μυστικά: να ξέρεις δήμαρχε, εγώ ήμουν μία κλάση ανώτερος παίκτης
από τον Μπάκη!
Αγαπητέ
κύριε Λάμπρο, ο δήμαρχος δεν ξέρει αν ήσουν ή όχι ανώτερος παίκτης από τον
Μπάκη, εμείς όμως ξέρουμε και λέμε ότι δεν ήσουν. Και όχι μόνο αυτό, εδώ δεν
έπαιζες βασικός ούτε στην ενδεκάδα του Ροντίνι. Για αναπληρωματικός, ήσουν
καλός, το ομολογώ. Αδερφέ μου Φραγκίσκο, έχω άδικο; Έκανε ο κύριος Λάμπρος για
την πρώτη ομάδα του Ροντίνι; Δεν μας παραμυθιάζει; Βέβαια, όπως γνωρίζεις εσύ
καλύτερα από τον καθένα μας, ο Ν1 παραμυθάς στο Γαλάτσι ήταν ο …… δεν λέω το όνομά
του διότι έχει αποδημήσει. Ο Ν3 όπως εσύ λές, είναι ο ….. ούτε εδώ όμως αναφέρω
το όνομά του διότι βρίσκεται εν ζωή. Άρα υπονοείς αδερφέ μου Φραγκίσκο ότι ο
κύριος Λάμπρος είναι ο Ν2 παραμυθάς στο Γαλάτσι;
Πέραν
αυτών που έλαβαν χώρα στο καφέ 48, αν ανοίξεις το κάλεσμα αυτό δήμαρχέ μας προς
τον λαό, ολόκληρο το Άλσος του Βέικου, είναι μικρό για να χωρέσει όλους τους
ψεύτες του Γαλατσίου. Οι μόνοι που δεν λένε ψέματα, το ομολογούν άλλωστε οι
ίδιοι, είναι οι πολιτικοί. Σε προεκλογικές περιόδους, εύκολα θα τους ακούσεις
να λένε: «έχω ένα μεγάλο ελάττωμα, είμαι πάντα ειλικρινής με τους ψηφοφόρους
μου», και τραντάζεται από τόσο στέρεη αλήθεια η πλάση, μέχρι και τα κοτσύφια
του Άλσους σωπαίνουν από τέτοια δόση αλήθειας.
Υπάρχει
όμως κι άλλο ένα θέμα, αν αρχίζει ο κόσμος και λέει αλήθειες, τότε, θα βγούν
κουμπούρια και μαχαίρια. Αν αρχίσει ο καθένας να λέει ελεύθερα τι πιστεύει για
τον γείτονά του, τον φίλο του, τον συγγενή του, τον ομοεθνή του, κτλ., τότε
ζορίζουν πολύ τα πράγματα. Δεν έχει εκπαιδευτεί ο άδολος λαός να λέει αλήθειες,
προτιμά τα «αθώα» ψέματα. Έτσι τα ονομάζει, όμως το ψέμα δε μπαίνει σε
κατηγορίες, καλό ή κακό, το ψέμα είναι ψέμα. Όμως, αναρωτιέμαι αν το ψέμα είναι
ίδιο με το παραμύθι. Όχι, δεν είναι ίδιο. Το παραμύθι ενίοτε είναι και
διδακτικό, να για παράδειγμα, αυτό που ιστορούσε ο κύριος Λάμπρος ο Κασάπογλου
στην ομήγυρη του «48»: «Και που λέτε, γεμίζω την κατσαρόλα με νερό, ανοίγω το
μάτι και βάζω μέσα την καβουρομάνα να βράσει. Ζύγιζε πάνω από δύο κιλά. Ενώ
έβραζε η κατσαρόλα, ψάχνω να βρω ένα πακέτο ρύζι, αλλά δεν βρίσκω, τι να κάνω,
σβήνω τη φωτιά και πετάγομαι στο σούπερ μάρκετ κι αγοράζω ένα πακέτο. Φτάνω στη
κουζίνα αλλά παραξενεύομαι, το καπάκι της κατσαρόλας που το είχα κλείσει, είναι
ανοικτό. Με ζώνουν τα φίδια, πλησιάζω και την βλέπω άδεια, η καβουρομάνα είχε
κάνει φτερά. Αρχίζω και ψάχνω με αγωνία την καβουρομάνα, τελικά την βρήκα έξω
στη βεράντα, είχε καταφέρει κι άνοιξε και την μπαλκονόπορτα!». Τι μας διδάσκει
εδώ η τραγική ιστορία του κυρίου Λάμπρου;
Βέβαια,
ο δήμαρχος, άκουγε με στωικότητα την τραγωδία που έλαβε χώρα στη κουζίνα του
κυρίου Λάμπρου, όταν όμως τελείωσε και πήρε μια βαθιά ανάσα ο αφηγητής, δεν
παρέλειψε ο δήμαρχος να τον επιπλήξει: «Πιο σιγά μίλα, φωνάζεις και μας ακούει
όλο το καφέ».
Σε
αυτά όμως τα σοβαρά ζητήματα που ταλανίζουν την πόλη μας, μόνο οι αναλυτές του
Κονκλάβιου μπορούν να δώσουν στέρεες απαντήσεις. Η πολυετής τριβή τους στην
υψηλού επιπέδου ανάλυση, είναι από μόνη της ο στέρεος δρόμος της αλήθειας.
Ο Πεζοπόρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου