Τα
χαϊβάνια
Αραιά και που, μου έρχονται
κάτι βιντεάκια που έχουν «μεγάλο ενδιαφέρον». Βλέπω για παράδειγμα -σε ένα από
αυτά-, σε ένα ξενοδοχείο; Σε καζίνο; Δεν ξέρω με ακρίβεια, πάντως σε ένα
μεγαλοπρεπές κτίριο, να παρκάρουν πανάκριβα αυτοκίνητα, αυτά που λέγονται supercars από τους ειδικούς, Ferrari, Lamborghini, κ.ά. Μέχρι εδώ όλα
καλά, πηγαίνουν οι millionaires
-έτσι τους αποκαλούν- να πιούν τον καφέ τους, να φάνε το παγωτό τους, να
παίξουν τη πόκα τους, να ρουφήξουν την κοκαΐνη τους, να κάνουν τέλος πάντων
ό,τι τους ευχαριστεί, και τα χαϊβάνια, στοιβάζονται στα πεζοδρόμια να τους φωτογραφίζουν
με δέος, ή άλλοι, επιδιώκουν πάση θυσία μία selfie μαζί
τους, να την ανεβάσουν στη συνέχεια στα κοινωνικά δίκτυα και να πουλήσουν μούρη
στους δικτυακούς φίλους τους.
Τα
ίδια συμβαίνουν με τους ποδοσφαιριστές, τους μπασκετμπολίστες, με αυτούς δηλαδή
που κλωτσάνε καλά ένα τόπι, ή το βάζουν σε ένα καλάθι και έγιναν κι αυτοί millionaires. Εκστασιάζονται τα
χαϊβάνια, συγκινούνται, δακρύζουν, βγάζουν κραυγές, μόνο και μόνο επειδή
καταδέχτηκε ένας από αυτούς να τον κοιτάξει, να του χαμογελάσει, πόσο μάλλον να
βγάλει μαζί του μία πολυπόθητη selfie.
Έτσι
κινούνται τα πράγματα και με τους πολιτικούς. Σπρώχνονται τα χαϊβάνια ποιο θα χαιρετίσει
έναν από αυτούς, πόσο θα συγκινηθεί που ένας πολιτικός του έσφιξε το χέρι και
του μίλησε στον ενικό. Μα πόσο απλοί άνθρωποι κι αυτοί οι πολιτικοί αδερφέ μου;
Όλη
αυτή η γελοιότητα, διότι περί αυτής πρόκειται, έχει καθιερωθεί ως κανονικότητα.
Και δεν έχει σχέση με το ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ που είναι όμορφα αθλήματα αλλά
με την ανάγκη να δείξει το χαϊβάνι ότι εφόσον συνδιαλέγεται με τέτοιους
ανθρώπους, έστω και για μία στιγμή, είναι κάτι. Τονώνει και αυτό -όπως κι
εκείνοι- τη ματαιοδοξία του, τον ναρκισσισμό του.
Για
να μην τα ισοπεδώνω όλα όμως, υπάρχουν αξιοπρεπείς πολιτικοί, λίγοι είναι αλλά
υπάρχουν, ακόμα και αξιόλογοι millionaires
υπάρχουν που κινούνται συνήθως αθόρυβα, μακριά από την δημοσιότητα, φυσικά
υπάρχουν και αθλητές που είναι ταπεινοί – ευτυχώς για αυτές τις κατηγορίες, τα
χαϊβάνια δεν υπάρχουν, ή μάλλον, αυτοί δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να
υπάρχουν.
Όλα
αυτά τα χαϊβάνια που συνωστίζονται όπου υπάρχει δημοσιότητα, κάμερες και στράς,
αν είχαν επίγνωση του τι κάνουν και διέκοπταν έστω για μία μέρα τη γελοία «αναγκαιότητά
τους, τότε, όλος αυτός ο θαμπός και ψεύτικος κόσμος θα κατέρρεε σαν χάρτινος
πύργος. Αν για μία μέρα, τα πάσης φύσεως γήπεδα ήταν άδεια από κόσμο, αν οι
πολιτικοί δεν είχαν ακροατήριο, αν οι millionaires έκαναν τις βόλτες τους δίχως
θαυμαστές, ναι, τότε ο κόσμος θα άρχιζε να αλλάζει, διότι όταν απουσιάζουν τα
χαϊβάνια, η αγέλη, τα πλήθη, γεννιέται αυτόματα ο φόβος. Όταν τα πλήθη δεν
είναι ορατά αλλά κινούνται στο παρασκήνιο συνειδητά, αυτός που μέχρι τότε είχε
το πάνω χέρι, καταρρέει.
Ας
το πω κάπως διαφορετικά, για να αλλάξει ο κόσμος όπως έχει γίνει, αυτή δηλαδή η
παγκόσμια αθλιότητα στην οποία ζούμε, αλλάζει πρώτα ο άνθρωπος. Αν αλλάξει ο
άνθρωπος τον τρόπο που θα βλέπει τα πράγματα, μακριά από ηγέτες, κόμματα, ψευδή
ιδεολογήματα – που όλα αυτά δεν τα έχει ανάγκη αλλά του τα επέβαλαν για να τον
ελέγχουν, τότε θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για πραγματική αλλαγή, για πραγματική
επανάσταση, για πραγματική εξέλιξη του ανθρώπου. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι,
στο πέρασμα του χρόνου, ο άνθρωπος παραμένει ο ίδιος, εκείνο που αλλάζει είναι
η τεχνολογία.
Δεν
έχουμε υποχρέωση απέναντι στον εαυτό μας να εξελιχθούμε; Γιατί θα πρέπει να
ζούμε διαρκώς ως δούλοι και να πιστεύουμε ότι δεν είμαστε;
Ο Πεζοπόρος