Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021

Πλατεία Ιάκωβου Καμπανέλη

 

Σάββατο 16 Γενάρη. Μας ζάλισαν τ’ αρχίδια για μέρες πολλές τα Μέσα με τον καιρό, έρχεται δεν έρχεται, θα βρέξει ή θα χιονίσει, τι να κάνουμε για να προστατευτούμε από το ψύχος! Τέτοια σοβαρά και πιασάρικα. Λοιπόν ναι, τ’ ομολογώ, έπεσαν μέσα στις προβλέψεις τους όλοι αυτοί οι καραγκιόζηδες των δελτίων καιρού, και τώρα -όπως παρατηρώ από το παράθυρο- έχει μιά ψιχάλα με την θερμοκρασία να δείχνει 4c. Άει να χαθείτε κοπρίτες ειδικοί, τρομολάγνοι, κάθε καρυδιάς καρύδι που πιάνετε ένα μικρόφωνο και παραληρείτε νιώθοντας τη δύναμη που έχετε. Ποια δύναμη δηλαδή, αν σας αφαιρεθούν τα μικρόφωνα και τα φτιασίδια του μακιγιάζ, σαν τους φελλούς κι εσείς θα καταντήσετε, ίσα που θα επιπλέετε.

        Με τον καφέ ανά χείρας βγήκα στη βεράντα ν’ αγναντέψω την μαρτυρική Πάρνηθα από το μένος της κλιματικής αλλαγής. Δεν την είδα, δεν μπόρεσα, ορατότης μηδέν που λένε λόγω του χαμηλού βαρομετρικού, που σημαίνει ότι στο βουνό χιονίζει. Έ και λοιπόν; Χειμώνας δεν είναι; Δεν θα χιονίσει; Δεν θα βρέξει; Δεν θα κάνει κρύο; Το ψιλόβροχο, όπως χαζεύω την ομορφιά, μου χτυπά ελαφρά το πρόσωπο, μου το χαϊδεύει καλύτερα, νιώθω τη φρεσκάδα της σταγόνας και γελάω ευχαριστημένος που αντικρύζω, που ζω, που είμαι παρών στο «σφυροκόπημα» της φύσης. Με τις αστραπιαίες αυτές σκέψεις όμως, ο καφές κρύωσε, έχασε τη σπιρτάδα του, τ’ αρώματά του τα πήρε ο βορειάς και τα σήκωσε, τι να κάνω όμως χωρίς ζεστό καφέ; Να φτιάξω άλλον; Όχι, θα κάνω κάτι καλύτερο.

        Ασφάλισα το κορμί μου με ζεστά ρούχα και έφτασα στην πλατεία, ο φούρνος έχει ανοίξει από τις 7 και τώρα είναι περασμένες 8, παράγγειλα τον διπλό εσπρέσο και χάζευα έξω τον μουσκεμένο δρόμο. Η πλατεία άδεια τέτοια ώρα, η πλατεία Ιάκωβου Καμπανέλη παρακαλώ, διότι πρόσφατα όπως διάβασα στο καλύτερο site της πόλης, στο e-galatsi.gr, ο Δήμος Γαλατσίου έδωσε ονόματα σε όλες τις αδέσποτες πλατείες της πόλης. Πολλές και μικρές πλατείες διότι η μεγάλη, η κεντρική πλατεία, είναι αόρατη, τετραδιάστατη, κινείται κι αυτή δηλαδή στη σφαίρα των Ιδεών.

        Όταν όμως λέω ιδέες, μην πάει ο νους στις κοκορομαχίες που γίνονται έξωθεν του κολυμβητηρίου Γαλατσίου από χαμένους στην ανάλυση «αριστερούς» συμπολίτες μας, όχι, μιλάω για τις ιδέες του συμπολίτη μας -έστω και αρχαίου- του Πλάτωνα. Και λέω «συμπολίτη μας, διότι ως γνωστό, το τσιφλίκι του αριστοκράτη φιλόσοφου, ξεκινούσε από τους κήπους των Πατησίων, ανέβαινε στην πλαγιά του Γαλατσίου, σκαρφάλωνε τον Αγχεσμό κι έπεφτε στο αντιπρανές του Ψυχικού και της Φιλοθέης και συνέχιζε μέχρι και το κάτω Χαλάνδρι. Έμ… με τόση γη ρε Πλάτωνα, τι θα γινόσουν; Σαγματοποιός; Αλμπάνης; Οψοκομιστής; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Η φιλοσοφία ταιριάζει στους τσιφλικάδες σαν και λόγου του και η δουλειά με το κιλό για την πλεμπάγια (που λέει και ο Νίτσε και ταράζονται οι Γερμανοί συμπατριώτες του), ήτοι ελληνιστί, πλέμπα, μάζα κτλ.

        Ευτυχώς, το αστραπιαίο ταξίδι του μυαλού μαζεύτηκε πάλι στον εσπρέσο που ετοιμάστηκε από το κορίτσι του φούρνου, πλήρωσα και κρατώντας τον στο χέρι βγήκα πάλι έξω να μαρτυρήσω στον βαρύ καιρό. Τι το ήθελα όμως; Έπεσα πάνω στην ωραία κυρία που έβγαζε βόλτα το σκυλάκι της έχοντάς του καλυμμένο το κορμί του. Από καιρό χαλβαδιάζω την ωραία κυρία, με κορμί λαμπάδα, και με μιά αδιαφορία για ό,τι συμβαίνει γύρω της που μου δίνει στα νεύρα. Μιλάμε, λέμε πάντοτε δυο κουβέντες, τετριμμένες, και μέχρι εκεί, δεν πάει παρακάτω το πράγμα. Γιατί; Διότι …     

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

Μία συνηθισμένη Κυριακή ...

 

Κυριακή, 3 Γενάρη. Ο ύπνος μου δεν ήτανε καλός, σαν ξύπνησα, διάφορα όνειρα μου ερχόντουσαν στο μυαλό αλλά ήσαν θολά, δε γαμιούνται και τα όνειρα, τεντώθηκα στο κρεββάτι κι αμέσως φύγανε όλα, εξαφανίστηκαν και σηκώθηκα ευδιάθετος. Βρέθηκα νωρίτερα από την συνηθισμένη ώρα στη θάλασσα και μιάς ο Δημήτρης θ’ αργούσε ακόμα για το κολύμπι μας, πήρα το στρωτό μονοπάτι, το παραθαλάσσιο, κι άρχισα να περπατώ άδειος από σκέψεις.

        Η μπουνάτσα της θάλασσας και η νοτιαδούρα, έφερναν προς τα έξω κείνα τ’ αρώματα τα μεθυστικά, υγρό ιώδιο κι αλμύρα ανακατεύονταν στον αιθέρα κι όλα αυτά τα έβαζα στα σωθικά μου ανεμπόδιστα. Περπατούσα αργά, δυό γατιά μικρά μ’ ακολουθούσαν απ’ απόσταση και μαζί μ’ αυτά ένας μικρός σκύλος. Τα γατιά βάδιζαν πάνω στο πλακόστρωτο μονοπάτι -σαν κι εμένα-, ο σκύλος πήγαινε από την αμμουδιά. Να ‘ταν τυχαία η πορεία αυτή όλων μας ή μήπως τα ζώα, μπαϊλντισμένα από το καθισιό βρήκαν ευκαιρία να ξεμουδιάσουν; Ποιος νοιάζεται τελικά για τέτοιες απαντήσεις και γιατί. Κείνο πού ‘χει αξία είναι πως η πρωινή βόλτα γέμιζε μ’ αρώματα τη ζωή μας.

        Δεν άργησα να φτάσω στο μικρό λιμάνι του Μαραθώνα, μερικές βαρκούλες δεμένες είδα, ανθρώπους δεν είδα, ποιος ξέρει, την ώρα αυτή μπορεί ο κόσμος να εκκλησιάζεται. Αν και οι ισχύοντες κανόνες της γενικής απαγόρευσης δεν επιτρέπουν πολλούς πιστούς εντός της εκκλησίας, αυτοί, όλο και θα εφευρίσκουν τρόπους να βρεθούν μπροστά στα είδωλα και να συγκινηθούν. Γέλασα και μόνο με τη σκέψη των ειδώλων να προσμένουν –-έστω και μέσα από το γυαλί που τα προφυλάσσει-, ένα κόκκινο κραγιόν ή έστω ένα απαλό χάδι. Το κάθε είδωλο, οστεωμένο κατά την συνήθεια της αγιογραφίας, βλοσυρό, ή με βλέμμα απλανές, πολλές φορές παρεκκλίνει και φανερώνει την ψυχοσύνθεση του δημιουργού του. Αυτή όλη η σοβαρότητα που εκπέμπει το κάθε είδωλο, συνεπικουρούμενη από τα φώτα του ηλεκτρισμού αλλά και των κεριών, από τα μεθυστικά αρώματα των λιβανιών, από τον φόβο των πιστών, δημιουργεί χωρίς προσπάθεια μάλιστα, ένα μικροκλίμα ταπεινότητας και μυσταγωγίας. Κάπου εκεί μέσα περιφέρεται και ο παράδεισος αλλά δεν διακρίνεται εύκολα, τον θαμπώνει το χρυσό και οι αντανακλάσεις του, τον κρύβουν τα λόγια του παπά -από τον άμβωνα σαν είναι αυτός- και έχει κάτω ακροατήριο.  

        Ίδια κι απαράλλαχτη μυσταγωγία εμφανίζεται σε πολιτικές συγκεντρώσεις. Εκεί μονάχα, το είδωλο είναι επί της σκηνής και ταράζει τα θεμέλια του κόσμου με τον Λόγο της «αλήθειας». Ακούει το αλαλάζον πλήθος «αλήθειες» και σεληνιάζεται, υψώνει τα χέρια στον ουρανό, κυματίζει τα λάβαρα της νίκης, κι επιστρέφει σπίτι του να συλλογιστεί και ν’ αναλύσει όσ’ άκουσε.

        Αυτές οι κοινωνικές συναθροίσεις, θρησκευτικές, πολιτικές κτλ., ωραίες είναι, περνάει καλά ο άνθρωπος σαν βρίσκεται σ’ αυτές, γνωρίζει νέους φίλους, γεμίζει ευχάριστα ο χρόνος του, «παλεύει για την Δημοκρατία», ισιώνει τον κόσμο μέσα από το συμφέρον του.

        Με τις άχρηστες σκέψεις να γιομίζουν αστραπιαία το μυαλό μου, ευτυχώς, γρήγορα έκανα ένα κλικ και τις άφησα πίσω, τις απέβαλα γιατί είναι τοξικές. Πήρα πάλι το μονοπάτι της επιστροφής για το κολύμπι μιάς κι ο Δημήτρης τώρα βρισκόταν στην παραλία καρτερώντας με.

        Στο δρόμο της επιστροφής, λοξοδρόμησα από τον Βουτσά προς Ραφήνα, έφτασα σε μιά μικρή πλατεία κι έσβησα το αυτοκίνητο. Δεν άργησε να φανεί ο Γιάννης, παιδικός φίλος μου, που καιρό, χρόνια τώρα μένει μόνιμα εδώ. Του έδωσα δυό βιβλία που μου είχε ζητήσει και πιάσαμε να πούμε τα νέα μας. Αυτά ως γνωστόν -τα νέα- είναι πάντοτε παλιά, έτσι ανάμεσα στα παλιά που είπαμε, μου μίλησε για μιά δουλειά που έκανε πριν λίγο καιρό και θα την κάνει πάλι εφόσον δεν βρίσκει καλύτερη την εποχή αυτή ειδικότερα, που αρκετοί επιχειρηματίες δεν ψάχνουν για εργαζόμενους αλλά για σκλάβους.

Τι δουλειά είναι αυτή Γιάννη;

Άσε, είδα κάποια αγγελία που ζητούσαν γραμματειακή υποστήριξη να απαντά σε μηνύματα.

Τι είδους μηνύματα; Τι επιχείρηση είναι αυτή;

Ο τύπος που ζητά προσωπικό (ο επιχειρηματίας) έχει σελίδες κλειστές προς το κοινό (δηλαδή μόνο εγγεγραμμένα μέλη έχουν δικαίωμα πρόσβασης), και θέλει αυτό να απαντά στα μηνύματα των πελατών του, ανδρών και γυναικών.

Και ποιο είναι το περιεχόμενο των σελίδων αυτών; Είναι δηλαδή κοινωνικές;

Ναι ρε Γεωργίου, κοινωνικές, εφόσον μιλάνε για σέξ, βίτσια, και ό,τι μπορείς να φανταστείς.

Καλά, κι εσύ απαντώντας στα μηνύματα, τι λές δηλαδή, δεν καταλαβαίνω.

Εμ βέβαια, δεν καταλαβαίνεις γιατί είσαι πολύ πίσω από την εξέλιξη. Υπάρχει πόνος Γεωργίου και η δουλειά μου αυτή ακριβώς είναι, να γιατρεύω με τις απαντήσεις μου των βαθύ πόνο των πελατών. Για τον λόγο αυτό, στα μηνύματα των ανδρών απαντώ ως γυναίκα και σε αυτά των γυναικών ως άνδρας!

Κάτσε ρε φίλε, όταν δηλαδή κάποιος άνδρας στέλνει μήνυμα, τι ακριβώς λέει; Δώσε μου ένα παράδειγμα να καταλάβω.

Ο άνδρας που στέλνει μήνυμα, πιστεύει πως απέναντί του έχει μια γυναικάρα και της μιλάει ανάλογα, πόσο θέλει να την γαμήσει, τι παιχνίδια να της κάνει, τι παιχνίδια αυτή να του κάνει, διάφορα τέτοια.

Και;

Τι και, εγώ λοιπόν κάνω την αναμμένη γυναίκα απ’ όσα μου λέει και με «φτιάχνει», του δίνω αυτά που θέλει ν’ ακούσει και συνήθως προς το τέλος της ανταλλαγής των μηνυμάτων, αυτός τραβάει μαλακία για να τον νιώσω εγώ η γυναικάρα!

Για συνέχισε.

Τι να συνεχίσω, σε κάθε μήνυμα που δεν διαρκεί με περισσότερες από δέκα λέξεις, εγώ πληρώνομαι 7 λεπτά. Το αφεντικό θα βγάζει σίγουρα περισσότερα. Αν δηλαδή έχεις κέφια να απαντάς στα μηνύματα αυτά, σαν άνδρας ή σαν γυναίκα, μπορείς άνετα σε 3-4 ώρες να βγάλεις και 50 ευρώ! 

Για λέγε καμιά άλλη ιστορία

Τι να πω; Να, τις προάλλες, ένας τύπος, την μία φορά έστελνε μηνύματα ως μαζοχιστής, του απαντούσα ανάλογα φυσικά, την άλλη έκλαιγε γιατί ήταν δυστυχισμένος, ανάλογη απάντηση πάλι, και ούτω καθ’ εξής.

Οι γυναίκες τι λένε στα μηνύματά τους;

Καλά, εδώ είναι πιο εύκολα τα πράγματα, δεν χρειάζεται εξάλλου να υποκρίνομαι, ο δύσκολος ο ρόλος μου είναι όταν κάνω την γυναίκα στα ανδρικά μηνύματα. Εκεί απογειώνω την τέχνη του ηθοποιού!

Και δε μου λές, πως πληρώνεσαι; Με τον μήνα;

Ποιόν μήνα ρε Γεωργίου; Όταν κλείνω τα μηνύματα, βλέπω στο λογαριασμό μου τα λεφτά που μου αναλογούν. Οι πορνοσελίδες έχουνε πολύ ψωμί, το μαύρο χρήμα ρέει, ο ανθρώπινος πόνος υπερυψούται …

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2021

Πρωινές σημειώσεις

Σάββατο, 2 Γενάρη. Το ξύπνημα με βρήκε χορτάτο από ύπνο, τεντώθηκα για λίγο στο κρεβάτι, πέταξα από πάνω μου το πάπλωμα και πήγα να πλυθώ. Το παγωμένο νερό στο πρόσωπό μου, μεμιάς έδιωξε τις τσίμπλες κι ένιωσα καλά, Πρώτη μου δουλειά να πάω στη κουζίνα να πιώ νερό μπόλικο να πάρει να λειτουργεί το σύστημα. Με το δεύτερο ποτήρι νερό ήρθα στα ίσα μου, άνοιξα τη μπαλκονόπορτα μα το φως είναι ακόμα λειψό, δεν έδωσα σημασία και κάθισα με ρέγουλα να φτιάξω το πρωινό μου γεύμα. Μια φέτα ψωμί αλειμμένη με λίγο μέλι φτάνει και περισσεύει. Σαν την έφαγα αργά, ήπια πάλι νεράκι κι έβαλα να ψήσω τον καφέ μου. Με τον καφέ στο χέρι τράβηξα για το γραφείο μου, άνοιξα ακόμα μιά μπαλκονόπορτα για να ειδώ το φως όταν φανεί και κάθισα ήσυχος στη καρέκλα. Εκεί, πάνω στην απέραντη σιωπή, το μυαλό -πως και γιατί δεν ξέρω- άρχισε το αλόγιστο ταξίδι του, τ’ άφησα να ταξιδέψει ανεμπόδιστα.

        Βόρεια, κατά τον Αρκτικό Κύκλο, ένας Λάπωνας, γλιστράει πάνω στον πάγο με το έλκηθρό του γεμάτο τροφή και πάει να ταΐσει τους ταράνδους του. Καμιά πεντακοσαριά όλοι κι όλοι, τρυπάνε στ’ ακούνητα από την παγωνιά δάση τα εδάφη ψάχνοντας να βρούνε να φάνε τίποτα λειχήνες, μα δυσκολεύονται αρκετά στους -45 και -50 βαθμούς Κελσίου. Έτσι, ο ποιμένας τους, σαν τον Άη Βασίλη κι αυτός πάνω στο έλκηθρό του, κάνει το καθημερινό του δρομολόγιο για να φτάσει κοντά τους. σαν τον μυρίζονται αυτοί -κι ενώ είναι διασκορπισμένοι στο δάσος-, βγαίνουν στο ξέφωτο κι ακολουθούνε την τροφή τους. Όταν σταματά το έλκηθρο με την τροφή, όλοι οι τάρανδοι περιμένουν υπομονετικά τις αργές κινήσεις του Λάπωνα. Αυτός, με τέχνη, για να μην τσακωθούν τα ζώα του ποιο θα πρωτο-φάει καρπό, χαράζει ένα μεγάλο κύκλο και πάνω σ’ αυτόν αφήνει  κάθε τόσο τροφή, έτσι, με τον τρόπο αυτό, οι τάρανδοι δεν συνωστίζονται και τρώνε όλοι τους με ησυχία αυτό που τους αναλογεί.


        Τούτος ο Λάπωνας κτηνοτρόφος, είναι φαμελιάρης, έχει παιδιά, εγγόνια, και όλοι τους ζούνε από τους ταράνδους. Σκοτώνουν όσους χρειάζονται για την τροφή και την ένδυσή τους, λίγους ακόμα πουλάνε για ν’ αγοράσουν τ’ απαραίτητα που τους λείπουν, και ζούνε ήσυχα, ευχαριστημένοι από τα ελέη του Αρκτικού Κύκλου και των χαμηλών θερμοκρασιών. Ψαρεύουν επίσης τρυπώντας τους πάγους των ποταμών και των λιμνών, ασφαλίζουν τα κονάκια τους από τις ακραίες καιρικές συνθήκες και απολαμβάνουν τη δωρική ζωή τους. Μακριά από φτιασίδια και μπιχλιμπίδια, από άχρηστα καταναλωτικά «αγαθά» κι ένα σωρό σκατολοϊδια που ορίζουν τη ζωή νοτιότερα απ’ αυτούς, δίχως πλαστές ανάγκες και άγχη για την απόκτηση τους, ζούνε ήσυχα, είναι ευδιάθετοι, χαμογελαστοί, αθώοι σαν παιδιά.

        Αν αυτούς τους ανθρώπους της φύσης τους βάλεις στη πόλη για να ζήσουν «καλύτερα», με «αξιοπρέπεια», ή θα πάθουν βαριά κατάθλιψη, ή αν είναι τυχεροί, θα λακίσουν από την παράνοια και θα πάνε πίσω στον απέραντο παράδεισό τους. Εκεί, που, είσαι στη κορφή ενός λοφίσκου κι αγναντεύεις την απεραντοσύνη της παγωνιάς, εκεί που, μιά ατέλειωτη σιωπή διαφεντεύει τα πράγματα και ευλογεί την ομορφιά.

        Είναι σκληρή, σκληρότατη η ζωή κεί πάνω στον Αρκτικό Κύκλο, με τον λιγοστό ήλιο και το πολύ Σέλας, μα είναι αγνή, αληθινή, παρούσα σε κάθε βήμα που κάνουν αυτοί οι άνθρωποι. Εγώ, ο καλομαθημένος άνθρωπος της πόλης, που σπαταλώ τον χρόνο μου σε ανοησίες, νομίζω πως κάτι σοβαρό κάνω, κάτι που το βαπτίζω σπουδαίο, μοναδικό, και συνεχίζω να ζω μ’ αυτό. Κάνω την κριτική μου κάθε μέρα σε όσα μου σέρβιραν με μαεστρία οι διαχειριστές της κοινής γνώμης, αγανακτώ, θυμώνω, λυπάμαι, χαίρομαι, και με τον ένα ή άλλο τρόπο ενστερνίζομαι κάτι που δεν είναι δικό μου, σαν δικό μου. Όλο αυτό το αλισβερίσι μάλιστα, αν θέλω το βαπτίζω και ελευθερία!   Τι είμαι εγώ, σαν τον αστοιχείωτο τον Λάπωνα που ούτε κινητό τηλέφωνο δεν έχει;

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2020

Ο Ίκαρος έν Γαλατσίω ...

Ανατρέχοντας στο Μύθο του Δαίδαλου, βλέπουμε ότι ανήκει στην Κρήτη αλλά και στην Αττική. Στην Κρήτη αναμιγνύεται με τον Μύθο του Μίνωα, στην Αττική διότι συνδέεται με τον δήμο των Δαιδαλιδών σαν ήρωας. Τέλος πάντων, οι μυθολογικές ερμηνείες είναι πάρα πολλές για τον κάθε Μύθο κι εμείς κρατάμε για αληθινή την ερμηνεία που μας αρέσει περισσότερο ή που μας βολεύει.

Η ουσία με τον Δαίδαλο, πέρα από τα λαμπρά έργα που έφτιαξε (Λαβύρινθος κλπ.) είναι και το ότι είχε ένα γιό, τον Ίκαρο. Ο γιός του λοιπόν, σαν κακομαθημένος που ήταν και ανεπρόκοπος -όπως άλλωστε πολλοί γιοί ηρώων-, παράκουσε τις εντολές του πατέρα του, υψώθηκε περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε στον ουρανό και ο ήλιος έλιωσε τις κέρινες φτερούγες που είχε φτιάξει ο πατέρας του. Τάχα μου δραπέτευε από την Κρήτη και την οργή του Μίνωα. Σαν έπεσε κοντά στην Ικαρία και μη γνωρίζοντας καλό κολύμπι, πνίγηκε στα ταραγμένα από την πτώση του νερά της θάλασσας. Έκτοτε, το Ικάριο Πέλαγος (πήρε βλέπεις και τ’ όνομά του) είναι ως επί το πλείστον φουσκωμένο, δύσκολο για ναυτικούς, ακόμα και για τη μάνα του την Ναυκράτη. Η δόλια μάνα, δούλα του Μίνωα ήταν όταν την γνώρισε ο Δαίδαλος και εισχώρησε εντός με τα γνωστά αποτελέσματα, ήταν πολύ καλή σαν πλοηγός, αλλά στον αέρα δεν κατείχε πράμα.

Προ ημερών, σαν πήγαινα να ψωνίσω σε γνωστό σούπερ μάρκετ της περιοχής, για να κόψω δρόμο, τράβηξα διαγώνια, περνώντας αναγκαστικά από το καφέ ιντερνέτ. Σάββατο πρωί ήταν και παρόλο που τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο ήσαν πολλά, δεν έβγαζαν θορύβους, έν αντιθέσει με το καφέ αυτό που από μακριά ακουγόντουσαν οχλαγωγίες. Σκέφτηκα να επιταχύνω το βήμα μου για να γλυτώσω από την οχλαγωγή, μα αίφνης, άκουσα μία φωνή να λέει: πές μας κι εσύ Ίκαρε τη γνώμη σου! Ταράχτηκα, ζεί ο Ίκαρος; Σκέφτηκα εντός μου αστραπιαία, και τότε, η ίδια αυτή σκέψη με έκανε να σταματήσω τον γρήγορο βηματισμό μου θέλοντας ν’ ακούσω κι εγώ τη γνώμη του Ίκαρου, και ας μην ανήκα στην ομήγυρη των οχλαγωγούντων.

Δεν ήταν ο Ίκαρος ο φαφλατάς, ο γιός του Δαίδαλου, μα κάποιος μάλλον συμπολίτης μας που ευστόχως θα του έδωσαν το παρατσούκλι αυτό. Κάποια πολιτική ανάλυση έκανε απ’ ότι κατάλαβα, μιλούσε επί αρκετή ώρα και δεν έλεγε απολύτως τίποτα. Μας πως -σκέφτηκα- μερικοί γραφικοί τύποι χειρίζονται τόσο έξυπνα την ξύλινη γλώσσα; Και καλά αυτοί, το ακροατήριο που έχουν τι γλώσσα μιλά; Την ίδια; Άρχισαν να με τρώνε ξένες έννοιες και όλως περιέργως περίμενα ν’ ακούσω και κάτι άλλο, κάτι στέρεο, που να έχει νοστιμάδα, μία αρχή και ένα τέλος έστω, αλλά δεν άκουγα παρά ξύλινες κουβέντες. Μέσα μάλιστα στην αναμπουμπούλα, κάποιος πετάχτηκε και είπε: εγώ δεν το ξέρω το θέμα αλλά διαφωνώ κάθετα! Τι βαριά κουβέντα άκουσα Αγχεσμέ μου;

Στην άκρη της μεγάλης και οχλαγωγούσης παρέας, καθόταν όπως άκουσα κι ένας Εμμανουήλ, ένα καλόπαιδο, οργισμένο βέβαια με τις ανάλατες κουβέντες των συνομιλούντων, που όλως παραδόξως, φώναζαν ο ένας τον άλλον «σύντροφε» και μόνο τον φαφλατά φώναζαν όλοι Ίκαρο. Οργισμένος ο Εμμανουήλ, όχι με τους συντρόφους του μα με τα θέματα που καταπιανόντουσαν και δεν έβγαζαν άκρη, προσπαθούσε ν’ ανοίξει ένα θέμα της προκοπής, μα ώς επί το πλείστον ο Ίκαρος, διάκοπτε κάθε άλλη κουβέντα κι εξηγούσε τα δικά του.

Σαν απομακρύνθηκα από το καφέ ιντερνέτ πηγαίνοντας για το παρακείμενο σούπερ μάρκετ, εκείνο που έν τέλει κατάλαβα από το δραματικό σκηνικό που στήνεται κάθε Σάββατο πρωί εκεί, δεν είναι η ανάγκη της επίλυσης πολιτικών ζητημάτων, όπως ψιθυρίζεται δώθε-κείθε εντέχνως, αλλά περισσότερο έχει να κάνει με ψυχοθεραπευτικό δρώμενο, όλοι δηλαδή οι συμμετέχοντες έμμεσα και δίχως να το κατανοούν, παίζουν στο θέατρο του παράλογου. Μα ακόμα και στο θέατρο αυτό, πάντοτε είναι χρήσιμος ένας Ίκαρος διότι ανοίγει και σέρνει τον χορό του δράματος. 


Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

Ο αφορισμός του ... Νίτσε

Στην ουσία, το κρίσιμο ερώτημα είναι: για ποιο σκοπό λέγεται ένα ψέμα, για να διατηρήσει ή να καταστρέψει; Θα μπορούσε κανείς να εξισώσει πλήρως έναν χριστιανό με έναν αναρχικό; Οι σκοποί και τα ένστικτά τους απεργάζονται μονάχα την καταστροφή. Η ιστορία το καταδεικνύει με τρομακτική σαφήνεια. Μία μορφή θρησκευτικής νομοθεσίας, που έβαλε τα θεμέλια για μία μεγαλόπνοη οργάνωση της κοινωνίας, για την προκοπή της ζωής, τη διαιώνισή της, αλλά ο Χριστιανισμός, για τον ίδιο λόγο θεώρησε καθήκον του να την ξεθεμελιώσει – επειδή αυτή ακριβώς εξασφάλιζε την προκοπή της ζωής. Ενώ δηλαδή τα επιτεύγματα του ανθρώπινου νου επρόκειτο ν’ αναπτυχθούν περαιτέρω, μετά από μακρά περίοδο πειραματισμού και αβεβαιότητας, ώστε να συγκομιστεί όσο το δυνατόν πλουσιώτερη σοδειά και να υπάρξει μακροπρόθεσμο όφελος, έν μία νυκτί τούτη η σοδειά καταστράφηκε.

        Με θεμέλια διαρκέστερα του χαλκού, έστεκε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία – η πιο μεγαλοπρεπής μορφή οργάνωσης ώς τα σήμερα υπό δυσχερείς πράγματι συνθήκες, που μπροστά της όλα τα πριν και τα μετά είναι απλώς αυτοσχεδιάσματα, προχειρότητες κ’ ερασιτεχνισμοί. Αυτόν ακριβώς τον κόσμο -την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία!- βάλθηκαν να καταστρέψουν εκείνοι οι άγιοι αναρχικοί με την «ευσέβειά» τους, ώστε ούτε λίθος επί λίθω να μη μείνει – ώστε ακόμα και οι Τεύτονες, κι άλλοι αγροίκοι, να μπορούν να την κυριέψουν.

        Χριστιανός κι αναρχικός: αμφότεροι παρακμιακοί, ανίκανοι να δράσουν, παρεκτός διαλύοντας, δηλητηριάζοντας, εκφυλίζοντας, αφαιμάσσοντας, με το ένστικτο του θανάσιμου μίσους προς ό,τι στέκει στέρεο και μεγαλόπρεπο, προς ό,τι διαρκεί, προς ό,τι υπόσχεται στη ζωή κάποιο μέλλον.

        Ο Χριστιανισμός υπήρξε ο βρυκόλακας του imperioum Romanum -του περίλαμπρου επιτεύγματος των Ρωμαίων, που έβαλε τα θεμέλια ενός μεγάλου πολιτισμού που επρόκειτο να διαρκέσει-, το ισοπέδωσε έν μία νυκτί.

        Δεν είναι ξεκάθαρο; Το imperioum Romanum που γνωρίζουμε -που το γνωρίζουμε όλο και καλύτερα μές απ’ τη μελέτη της ιστορίας των ρωμαϊκών επαρχιών-, το πιο αξιοθαύμαστο και υψηλού ύφους έργο Τέχνης, ήταν ένα ξεκίνημα, η οικοδόμησή του είχε σχεδιαστεί έτσι που ν’ αντέξει χιλιετίες – κανείς μέχρι σήμερα δεν οικοδόμησε, μα ούτε κάν ονειρεύτηκε κάτι ανάλογο sub specie aeterni[1].

        Η οργάνωση αυτή ήταν αρκετά στέρεη, ώστε ν’ αντέξει ακόμα και κακούς αυτοκράτορες: η τυχαιότητα των προσώπων διόλου δεν πρέπει να θίγει τη στατικότητα τέτοιων έργων – πρώτη Αρχή κάθε μεγάλου αρχιτεκτονήματος. Δεν άντεξε όμως την πιο διεφθαρμένη μορφή διαφθοράς: τους χριστιανούς

        Αυτά τα ύπουλα σκουλήκια σέρνονταν μές τη νύχτα, την ομίχλη και τις αμφισημίες, κολλώντας πάνω στο κάθετί, ρουφώντας απ’ τον καθέναν την αίσθηση για ό,τι το αληθινό, το ένστικτο του απέναντι σε ό,τι το πραγματικό, αυτή η δειλή, θηλυπρεπής και γλυκερή σπείρα αποξένωσε βήμα-βήμα τις «ψυχές» του γιγάντιου τούτου οικοδομήματος -εκείνες τις αξιώτατες, αρρενωπές κ’ ευγενείς φύσεις που είχαν βρει στη Ρώμη το δικό τους σκοπό ύπαρξης, που έβλεπαν στη Ρώμη, την ενσάρκωση της προσωπικής τους σοβαρότητας, της προσωπικής τους περηφάνιας- μολύνοντας αργά-αργά τα πάντα με την ψευδευλαβή της χαμέρπεια, τις μυστικές της συναθροίσεις, τις σκοτεινές έννοιες της Κολάσεως, της θυσίας του Αθώου, της unio mystica[2] με την πόση αίματος, και, πάνω απ’ όλα, με το αργό υποδαύλισμα της εκδίκησης – να, αυτά κυριάρχησαν επί της Ρώμης: το ίδιο είδος θρησκείας (στην προγενέστερη βέβαια μορφή του) που είχε πολεμήσει ο Επίκουρος. Ας διαβάσει κανείς τον Λουκρήτιο, και θα καταλάβει τι πολέμησε ο Επίκουρος: όχι τον παγανισμό, αλλά τον «Χριστιανισμό», δηλαδή τη διαφθορά της ψυχής απ’ την έννοια της ενοχής, της τιμωρίας και της ακαθαρσίας. Πολέμησε τις υποχθόνιες λατρείες, τον λανθάνοντα Χριστιανισμό σε κάθε του έκφανση: τον καιρό εκείνο, η άρνηση της αθανασίας ήταν από μόνη της μία πραγματική λύτρωση.

        Και θα θριάμβευε ο Επίκουρος. Κάθε αξιοσέβαστο πνεύμα στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν επικούρειο.

Τότε εμφανίστηκε ο Παύλος …

Ο Παύλος, το μίσος των τσαντάλα, που σάρξ εγένετο και πνεύμα, κατά της Ρώμης, κατά του «Κόσμου» - Παύλος ο Ιουδαίος, ο αιώνιος Ιουδαίος[3] par excellence

Ο Παύλος μάντεψε πως θα κατάφερνε ν’ ανάψει μία παγκόσμια πυρκαϊά με τη βοήθεια της μικρής εκείνης αίρεσης (στο περιθώριο του Ιουδαϊσμού), μάντεψε με ποιόν τρόπο θα ένωνε κάτω από το σύμβολο «του εσταυρωμένου θεού» όλους τους καταπιεσμένους, τους κρυφοταραξίες, ολάκερη την κληρονομιά των «αναρχικών[4]» ραδιουργιών του imperium, για να συστήσει έτσι μία τρομερή πολιτική δύναμη. «Η σωτηρία έκ των Ιουδαίων εστίν[5]».

Ο Χριστιανισμός ως «συνταγή» θα ξεπεράσει όλες τις υποχθόνιες αιρέσεις – λογουχάρη, του Όσιρι, της Μεγάλης Μητέρας[6], του Μίθρα – αλλά θάναι και το άθροισμα τους. Εδώ βρίσκεται η ευφυία του Παύλου. Το ένστικτό του ήταν πράγματι αλάθητο: πήρε τις πιο γοητευτικές παραστάσεις εκείνων των θρησκειών, και τις έβαλε ωμότατα -βιάζοντας την αλήθεια- κατευθείαν στο στόμα -κι όχι μόνο στο στόμα- του «Σωτήρα» που ο ίδιος επινόησε – που ο ίδιος έφτιαξε ώστε να μπορεί κ’ ένας ιερέας του Μίθρα να τον καταλάβει.

Αυτό που έλαμψε καθ’ οδόν προς την Δαμασκό: είδε πως χρειαζόταν την πίστη στην ιδέα της αθανασίας για ν’ απαξιώσει τον «Κόσμο», πως η έννοια «Κόλαση» θα κατακτούσε ώς και τη Ρώμη, πως με το «Επέκεινα» η ζωή θανατώνεται. Μηδενισμός και Χριστιανισμός: κάνουν ρίμα, κι όχι απλώς ρίμα …

Επί μ α τ α ί ω λοιπόν ολάκερο το έργο του Αρχαίου Κόσμου. Δεν βρίσκω λόγια να εκφράσω τα συναισθήματά μου για κάτι τόσο τρομερό. Και να σκεφτεί κανείς ότι αυτό δεν ήταν παρά η προεργασία, ότι τα θεμέλια είχαν πρωτοτεθεί για έργο χιλιετιών με γρανιτένια αυτοσυνειδησία – όλο το νόημα του Αρχαίου Κόσμου επί ματαίω! Προς τι οι Έλληνες; Προς τι οι Ρωμαίοι;

Όλες οι προϋποθέσεις για μόρφωση, όλες οι επιστημονικές μέθοδοι ήδη υπήρχαν, η μεγάλη κι ασύγκριτη Τέχνη της σωστής ανάγνωσης -προϋπόθεση για το συνεχές της Καλλιέργειας και την ενότητα της Επιστήμης- είχε ήδη εδραιωθεί, η φυσική Επιστήμη σε συνδυασμό με τα Μαθηματικά και τη Μηχανική βρίσκονταν ήδη στον καλύτερο δυνατό δρόμο, η αίσθηση του π ρ α γ μ α τ ι κ ο ύ, η τελευταία και πολυτιμότερη όλων των αισθήσεων, είχε τις σχολές και την απ’ αιώνων παράδοσή της. Έγινε κατανοητό αυτό; Ό,τι το ουσιώδες είχε βρεθεί, ώστε το έργο να συνεχιστεί: :οι μέθοδοι (τούτο πρέπει να ειπωθεί πολλές φορές) είναι το ουσιώδες, αλλ’ είναι και το δυσκολώτερο, εκείνο που εναντιώνεται στη συνήθεια και στη ραθυμία. Ό,τι ανακτήσαμε σήμερα με ανείπωτη αυτοκυριαρχία -διότι όλοι φέρουμε κάπου μέσα μας ακόμα στρεβλά ένστικτα, τα χριστιανικά ένστικτα-, το ελεύθερο μάτι μπρός στην πραγματικότητα, το προσεκτικό χέρι, την υπομονή και τη σοβαρότητα στα πιο ασήμαντα ζητήματα, όλη την εντιμότητα απέναντι στη γνώση – όλα αυτά υπήρχαν ήδη τότε!, πάνω από δυό χιλιετίες! Κ’ επί πλέον: το καλό γούστο κ’ οι εκλεπτυσμένοι τρόποι. Όχι ώς εγκεφαλική στρατικοποίηση! Όχι ώς γερμανική εκπαίδευση αγροίκων – ώς πραγματικότητα, με μία λέξη … Όλα μάταια! Έν μία νυκτί κατάντησαν μονάχα ανάμνηση.

Έλληνες, Ρωμαίοι! Η ευγένεια στο ένστικτο, στο γούστο, η μεθοδική έρευνα, η ευφυία στην οργάνωση και τη διοίκηση, η πίστη και η βούληση για το μέλλον του ανθρώπου, το μεγάλο Ναι στα πράγματα είχε εδραιωθεί, ήταν ορατό ώς imperium Romanum, αντιληπτό απ’ όλες τις αισθήσεις, το υψηλό αυτό ύφος όχι μόνο «Τέχνη», μα πραγματικότητα, αλήθεια, ζωή … Και δεν αφανίστηκαν από κάποια αδόκητη φυσική καταστροφή! Δεν ποδοπατήθηκαν από τους Τεύτονες κι άλλους βαρύποδες! Αλλά «καταισχύνθηκαν» από πανούργους, ύπουλους, αόρατους, αναιμικούς βρυκόλακες! Δεν κατανικήθηκαν, απομυζήθηκαν! Η κρυφή εκδικητικότητα, η μικροπρέπεια κι ο φθόνος κυρίαρχοι! Κάθετί αξιοθρήνητο, το καθεαυτό πάσχον και μαστιζόμενο από κατώτερα αισθήματα, ολόκληρο το γκέτο της ψυχής, ξάφνου από πάνω! Δεν κανείς παρά να διαβάσει οποιονδήποτε χριστιανό αγκιτάτορα, τον ιερό Αυγουστίνο λογουχάρη, για να καταλάβει, για να μυριστεί, τι βρομερά υποκείμενα βρέθηκαν έστι στην κορυφή. Θα γελιόταν ολωσδιόλου αν συμπέρανε ότι όλοι οι ηγέτες του χριστιανικού κινήματος πάσχουν από έλλειψη νοημοσύνης; Ώ, είναι πανέξυπνοι, πανέξυπνοι μέχρι αγιότητας, αυτοί οι κύριοι Πατέρες της Εκκλησίας! Κάτι άλλο τους λείπει … Η Φύση τους παραμέλησε, ξέχασε να τους δώσει στέρεα, αξιοπρεπή και καθάρια ένστικτα. Μεταξύ μας, δεν υπήρξαν κάν άντρες …

 

 

Friedrich Nietzsche

Απόσπασμα από το βιβλίο του: «Ο Αντίχριστος, ανάθεμα κατά του Χριστιανισμού» Εκδόσεις Gutenberg.



[1] Υπό το πρίσμα του αιώνιου.

[2] Μυστική ένωση.

[3] Ή: περιπλανώμενος Ιουδαίος. Μυθικό πρόσωπο της μεσαιωνικής λογοτεχνίας, καταδικασμένο σε αιώνια περιπλάνηση.

[4] Ανατρεπτικών, στασιαστικών

[5] Κατά Ιωάννην, 4, 22.

[6] Κυβέλη. Η φρυγική θεότητα, δηλαδή θεοποιημένη γη, η Magna Mater των Ρωμαίων.

Τρίτη 25 Αυγούστου 2020

Συνήθεια και ιδανικά


Συνήθεια και ιδανικά

Ο νους είναι σιωπηλός μόνο με την αφθονία της ενέργειας, όταν υπάρχει εκείνη η προσοχή στην οποία κάθε αντίφαση, κάθε τράβηγμα της επιθυμίας προς διαφορετικές κατευθύνσεις, έχει πάψει. Ο αγώνας της επιθυμίας να είναι σιωπηλή, δεν φέρνει τη σιωπή. Η σιωπή δεν μπορεί να εξαγοραστεί με οποιαδήποτε μορφή καταναγκασμού, δεν είναι η ανταμοιβή της καταπίεσης, ούτε της εξύψωσης. Αλλά ο νους που δεν είναι σιωπηλός, δεν είναι ποτέ ελεύθερος, και είναι μόνο στον σιωπηλό νου που ανοίγονται οι ορίζοντες, οι ουρανοί. Η ευδαιμονία που ο νους αναζητάει δεν μπορεί να βρεθεί με την αναζήτηση, ούτε και βρίσκεται στη πίστη. Μονάχα ο σιωπηλός νους μπορεί να δεχτεί εκείνη την ευλογία που δεν ανήκει ούτε στην εκκλησία ούτε στην πίστη. Για να είναι σιωπηλός ο νους, όλες οι αντιφατικές πλευρές του πρέπει να ενωθούν και να συγχωνευτούν στη φλόγα της κατανόησης. Ο σιωπηλός νους δεν είναι ο νους που συλλογίζεται, για να συλλογιστείς θα πρέπει να υπάρξει ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο, ο πειραματιζόμενος που τον βαραίνει το παρελθόν. Στο σιωπηλό νου δεν υπάρχει κέντρο όπου να γίνεσαι ή να είσαι ή να σκέφτεσαι. Κάθε επιθυμία είναι αντίφαση, γιατί κάθε κέντρο επιθυμίας αντιτίθεται σ’ ένα άλλο κέντρο. Η σιωπή του ακέραιου νου είναι ο στοχασμός.

        Εγώ, είπε η καλή φίλη, θρυμματίζοντας τον στοχασμό των στιγμών με την απαλή φωνή της, θα έλεγα να συζητήσουμε για τον χρόνο. Όσο μπορώ να δω, ο χρόνος είναι απαραίτητος για την καλλιέργεια εκείνων των ιδιοτήτων της ευαισθησίας του νου που είναι ουσιώδης, αν θέλει κανείς να προχωρήσει και να αποκτήσει την έμπνευση, ή μάλλον όχι αυτή αλλά την φώτιση. Έτσι δεν είναι; Έχω πάρει ως δεδομένο ότι ο χρόνος είναι απαραίτητος για να επιτευχθεί η λύτρωση, αυτό υποστηρίζουν νομίζω τα περισσότερα θρησκευτικά βιβλία κι εγώ δεν τα αμφισβητώ. Ακούει κανείς εδώ κι εκεί ότι ορισμένα άτομα έχουν πραγματώσει αυτή την εξαίσια λύτρωση σε κάποια στιγμή, αλλά αυτοί είναι μονάχα οι λίγοι, οι πολύ λίγοι, οι άλλοι πρέπει να έχουμε χρόνο, λιγότερο ή περισσότερο, στον οποίο να προετοιμάσουμε το νου μας να δεχτεί αυτή την ευδαιμονία. Αλλά βλέπω ότι για να σκεφτεί με διαύγεια ο νους θα πρέπει να είναι ελεύθερος από συμπεράσματα. Έτσι δεν είναι;

        Ας το δούμε με ηρεμία, τι εννοούμε με τον χρόνο; Υπάρχει χρόνος με το ρολόι, χρόνος σαν παρελθόν, σαν παρόν και σαν μέλλον. Υπάρχει χρόνος σαν μνήμη, χρόνος σαν απόσταση, η μετάβαση από αυτό το σημείο σε κείνο, και χρόνος σαν επίτευξη, η πορεία του γίγνεσθαι κάτι. Όλα αυτά είναι το τι εννοούμε με χρόνο. Και είναι ποτέ δυνατόν για το νου να είναι ελεύθερος από το χρόνο, να προχωρήσει πέρα από τους περιορισμούς του; Ας αρχίσουμε με τον χρονολογικό χρόνο. Μπορεί ποτέ κανείς να είναι ελεύθερος από τον χρόνο στην πραγματική, χρονολογική σημασία;

        Όχι φυσικά, αν θέλει να προλάβει το λεωφορείο. Για να είναι λογική η δράση του σε αυτό τον κόσμο και για να διατηρήσει κάποιο είδος τάξης, ο χρονολογικός χρόνος είναι ουσιώδης.

        Ωραία, κατόπιν υπάρχει ο χρόνος σα μνήμη, συνήθεια, παράδοση, και χρόνος σαν προσπάθεια για να επιτύχει κανείς κάτι, να εκπληρώσει, να γίνει. Φανερό είναι πως χρειάζεται χρόνος για να μάθεις ένα επάγγελμα ή μία τέχνη, αλλά είναι ο χρόνος το ίδιο απαραίτητο για την πραγμάτωση του Υπέρτατου;

        Εγώ νομίζω ότι είναι.

        Που όλο αυτό είναι συνονθύλευμα μνημών και συνειρμών, τόσο συνειδητών όσο και μη συνειδητών. Είναι η οντότητα που χαίρεται και υποφέρει, που εξασκείται στην αρετή, αποκτάει γνώση, συσσωρεύει πείρα,  οντότητα που γνωρίζει την εκπλήρωση και την απογοήτευση της μη εκπλήρωσης, και που νομίζει ότι υπάρχει ψυχή, ο ανώτερος εαυτός. Αυτή η οντότητα, αυτό το εγώ, είναι το προϊόν του χρόνου. Η ουσία του αυτή καθ’ αυτή είναι χρόνος. Σκέφτεται στο χρόνο, λειτουργεί στο χρόνο και εποικοδομεί τον εαυτό του στο χρόνο. Αυτό το εγώ, που είναι μνήμη, νομίζει ότι μέσω του χρόνου θα φτάσει το Υπέρτατο. Αλλά το Υπέρτατο, του είναι κάτι που έχει διατυπώσει το εγώ, κι επομένως βρίσκεται κι αυτό επίσης μέσα στο πεδίο του χρόνου, έτσι δεν είναι;

        Έτσι όπως το λέτε, δείχνει πως εκείνος που κάνει την προσπάθεια και ο σκοπός για τον οποίο αγωνίζεται βρίσκονται έξ ίσου μέσα στη σφαίρα του χρόνου.

        Μέσω του χρόνου μπορείτε να επιτύχετε μόνο εκείνο που ο χρόνος έχει δημιουργήσει. Η σκέψη είναι η απόκριση της μνήμης και η σκέψη μπορεί να πραγματώσει μόνο εκείνο που η ίδια η σκέψη έχει οικοδομήσει.  

        Θέλετε να πείτε ότι ο νους πρέπει να είναι ελεύθερος από τη μνήμη και από την επιθυμία να επιτύχει, για να πραγματώσει;

        Θα φτάσουμε σ’ αυτό σε λίγο. Αν μπορούμε, ας πλησιάσουμε το πρόβλημα διαφορετικά. Πάρτε τη βία, για παράδειγμα, και το ιδανικό της μη-βίας. Λένε ότι το ιδανικό της μη-βίας είναι ανασταλτικό της βίας. Αλλά είναι; Ας πούμε ότι είμαι βίαιος, και το ιδανικό μου είναι να μην είμαι βίαιος. Υπάρχει ένα διάστημα, ένα χάσμα ανάμεσα σ’ αυτό που πραγματικά είμαι, και σε κείνο που θα έπρεπε να είμαι, το ιδανικό. Για να καλυφθεί αυτή η ενδιάμεση απόσταση απαιτείται χρόνος, το ιδανικό θα το επιτύχω βαθμιαία, και κατά το διάστημα της βαθμιαίας προσέγγισης, έχω την ευκαιρία να επιδίδομαι στην ευχαρίστηση της βίας. Το ιδανικό είναι το αντίθετο αυτού που είμαι, και όλα τα αντίθετα περικλείουν τους σπόρους των αντιθέτων τους. Το ιδανικό είναι μία προβολή της σκέψης, της μνήμης, και η εξάσκηση ενός ιδανικού είναι μία εγωκεντρική δράση, ακριβώς όπως είναι η βία. Για πολλούς αιώνες ελέχθη, και εμείς συνεχίζουμε να το επαναλαμβάνουμε, ότι για να ελευθερωθούμε από τη βία χρειάζεται χρόνος, αλλά αυτό είναι μία συνήθεια και μόνο και δεν υπάρχει σοφία πίσω από αυτό. Εξακολουθούμε να είμαστε βίαιοι. Επομένως ο χρόνος δεν είναι παράγοντας της ελευθερίας, το ιδανικό της μη-βίας, δεν ελευθερώνει το νου από τη βία. Και δεν μπορεί η βία απλώς και μόνο να σταματήσει, όχι αύριο, ή μετά από δέκα χρόνια;

        Θέλετε να πείτε ακαριαία;

        Όταν χρησιμοποιείτε αυτή τη λέξη, δεν συνεχίζετε να σκέφτεστε ή να αισθάνεστε με όρους του χρόνου; Μπορεί η βία να σταματήσει, αυτό είναι όλο, όχι σε κάποια στιγμή;

        Είναι κάτι τέτοιο δυνατό;

        Μόνο με την κατανόηση του χρόνου. Έχουμε συνηθίσει στα ιδανικά, έχουμε αποκτήσει τη συνήθεια να αντιστεκόμαστε, να καταπιέζουμε, να εξυψώνουμε, να υποκαθιστούμε, και όλα αυτά συνεπάγονται προσπάθεια και αγώνα μέσα στο χρόνο. Ο νους σκέφτεται μέσα από συνήθειες, έχει διαπλαστεί να δέχεται τη βαθμιαία πορεία και έχει καταλήξει να θεωρεί το χρόνο σαν το μέσο επίτευξης της ελευθερίας από τη βία. Με την κατανόηση του ψέματος της όλης αυτής πορείας, βλέπει κανείς την αλήθεια της βίας, και αυτό είναι ο λυτρωτικός παράγοντας, όχι το ιδανικό ή ο χρόνος.

        Όμως, δεν είναι πολύ δύσκολο να ελευθερώσει κανείς το νου από την συνήθεια;

        Είναι δύσκολο μόνο όταν μάχεσαι τη συνήθεια. Πάρτε τη συνήθεια του καπνίσματος, το να μάχεσαι αυτή την συνήθεια είναι να της δίνεις ζωή. Η συνήθεια είναι μηχανική, και το να της αντιστέκεσαι είναι να τροφοδοτείς τη μηχανή, να της δίνεις περισσότερη δύναμη. Αλλά αν εξετάσεις το νου και παρατηρήσεις τον σχηματισμό των συνήθειών σου, τότε με την κατανόηση του πλατύτερου ζητήματος, το μικρότερο γίνεται ασήμαντο και διαλύεται.

        Γιατί ο νους δημιουργεί συνήθειες;

        Να έχετε επίγνωση των τρόπων που δρα ο νους σας, και θα ανακαλύψετε γιατί. Ο νους δημιουργεί συνήθειες για να είναι εξασφαλισμένος, ασφαλής, βέβαιος, ανενόχλητος,, για να έχει συνέχεια. Η μνήμη είναι συνήθεια. Η ομιλία της γλώσσας είναι μία λειτουργία της μνήμης, της συνήθειας, αλλά κι εκείνο που εκφράζει κανείς σε μία γλώσσα, μία σειρά σκέψεων και αισθημάτων, είναι επίσης κι αυτό συνήθεια, που βασίζεται πάνω σε ό,τι του έχουν πει, στην παράδοση και τα λοιπά. Ο νους κινείται από το γνωστό στο γνωστό, δεν υπάρχει ποτέ ελευθερία από το γνωστό. Αυτό μας ξαναφέρνει εκεί όπου ξεκινήσαμε. Γενικώς παίρνουν ως δεδομένο ότι ο χρόνος είναι απαραίτητος για την πραγμάτωση του Υπέρτατου. Αλλά εκείνο που η σκέψη μπορεί να σκεφτεί εξακολουθεί να βρίσκεται μέσα στο πεδίο του χρόνου. Ο νους δεν μπορεί με κανένα τρόπο να διατυπώσει το άγνωστο. Μπορεί να κάνει υποθέσεις περί του αγνώστου, μα οι υποθέσεις του δεν είναι το άγνωστο.

        Τότε γεννιέται το πρόβλημα, πως μπορεί κανείς να πραγματώσει το Υπέρτατο;

        Όχι μέσω μιάς μεθόδου. Το να εξασκείς μία μέθοδο είναι το να καλλιεργείς μία ακόμα σειρά μνημών που σε δένουν στο χρόνο, αλλά η πραγμάτωση είναι δυνατή μόνο όταν ο νους δεν είναι πλέον δεμένος με τον χρόνο.

        Μπορεί ο νους να ελευθερώσει τον εαυτό του από τα δεσμά που ο ίδιος έχει δημιουργήσει; Δεν είναι απαραίτητος ένας εξωτερικός παράγων;

        Όταν προσβλέπετε σε έναν εξωτερικό παράγοντα, επιστρέφετε και πάλι στο καλούπι σας, στα συμπεράσματά σας. Το μόνο που μας ενδιαφέρει, είναι η ερώτηση: μπορεί ο νους να ελευθερώσει τον εαυτό του από τα δεσμά που ο ίδιος έχει δημιουργήσει; Κάθε άλλη ερώτηση είναι άσχετη και εμποδίζει το νου να προσέξει αυτή την ερώτηση. Δεν υπάρχει προσοχή, όταν υπάρχει κίνητρο, η πίεση για επίτευξη, για πραγμάτωση δηλαδή, όταν ο νους επιδιώκει ένα αποτέλεσμα, ένα σκοπό. Ο νους θ’ ανακαλύψει τη λύση αυτού του προβλήματος, όχι με την επιχειρηματολογία, τις γνώμες, τις πεποιθήσεις, αλλά με την ένταση αυτής της ίδιας της ερώτησης. …

=============

Σήμερα ξεκινήσαμε κάπως απότομα τη κουβέντα μας, αλήθεια, τώρα που μιλήσαμε για το ζήτημα αυτό πως νιώθετε;

        Ά … νιώθω πολύ καλά, όλο το κλίμα είναι καταπληκτικό, και ο καφές, σπάνια πίνω τόσο γευστικό καφέ, ίσως όμως να συμβαίνει αυτό επειδή βλέπω πως πράγματι, είμαστε μέρος αυτής της μοναδικής και αδιαίρετης εικόνας που είναι παντού.

        Τι λέτε, φεύγουμε;

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020

Απλότητα και νοημοσύνη ...

Σε κώμη της ορεινής Αρκαδίας προ ημερών, τη γλυκιά ώρα που ο ήλιος έγερνε κατά την Εσπερία, ένα 20χρονο κορίτσι με φωτεινό πρόσωπο και χαμογελαστά μάτια, άφησε στο τραπεζάκι μου τον καφέ που είχα παραγγείλει. Στη μικρή και υποτυπώδη πλατεία που καθόμουν, τα τραπέζια ήσαν άδεια εκτός μιάς πολύβουης μικρής παρέας που καθόταν σε μιά άκρη και διάλυε τη σιωπή με τα κέφια της.

Καθώς άναβα το τσιγάρο μου, στο διπλανό μου τραπέζι ήρθε και κάθισε μιά ωραία γυναίκα. Διασταυρώθηκαν οι ματιές μας και με χαιρέτησε μ’ ένα βλέμμα καλοσύνης όπως πρόλαβα και διάκρινα. Ανταπέδωσα τον χαιρετισμό της και δεν άργησε κι αυτή να παραγγείλει στο γλυκό κορίτσι τον καφέ της. Κατά σύμπτωση, παράγγειλε κι αυτή ό,τι κι εγώ, έναν διπλό εσπρέσο.

Αντίκρυ μας υψωνόταν το βουνό και όπως το έλουζε ο ήλιος, χιλιάδες χρώματα αναδύονταν από το βαθύ πράσινο των πουρναριών. Ήταν γαλήνια η στιγμή και καθώς φαινόταν την απολαμβάναμε και οι δυό, ώσπου ξαφνικά με ρώτησε:

        Ξένος είστε κι εσείς εδώ;

        Στη κώμη ναι, ξένος, αλλά το χωριό μου είναι πίσω από το βουνό που ορθώνεται αντικρυστά μας, της απάντησα.

        Έχετε την ικανότητα ν’ ακούτε; Έστω κι αν αυτός που θέλει να σας μιλήσει είναι άγνωστος;

        Τι να σας πω, δεν ξέρω, αλλά αν πρόκειται να μου μιλήσετε για ό,τι σας πνίγει, πιθανόν, δεν έχετε παρά να δοκιμάσετε.

        Ξέρετε, όπως σας είδα, κάτι μου είπε μέσα μου ότι μπορώ να σας εκμυστηρευτώ τις σκέψεις μου. Να το επιχειρήσω;

        Ξεκινήστε και αν σας απογοητεύσω σταματάτε, εξάλλου δυό άγνωστοι μεταξύ μας άνθρωποι είμαστε, δεν έχετε να χάσετε τίποτε απολύτως. Αλλά ας το δούμε και διαφορετικά, βρισκόμαστε αυτή τη μαγική στιγμή στη καρδιά του Κόσμου, αυτό να ξέρετε δεν έγινε τυχαία, δεν υπάρχει τύχη, όλα όσα μας συμβαίνουν, γίνονται για κάποιο λόγο που δυστυχώς τον αγνοούμε, ας πούμε λοιπόν ότι βρισκόμαστε τώρα εδώ, δυό ξένοι επειδή το θέλει η Ειμαρμένη.

        Ωραία, ας το κάνουμε σαν ένα παράξενο παιχνίδι. Είμαι 45 ετών, έχω ένα γιό 21χρονο που σπουδάζει στο πολυτεχνείο της Ζυρίχης στην Ελβετία. Είμαι χωρισμένη 9 χρόνια αλλά είμαι καλά. Ο γιός μου είναι καλό παιδί και στη σχολή του πάει καλά. Οικονομικά προβλήματα δεν έχω αλλά και ο πρώην σύζυγός μου βοηθά πολύ στις σπουδές του παιδιού μας, Έχουμε χωρίσει αλλά δεν είμαστε εχθροί, καταλαβαίνετε.

        Αγαπάτε το παιδί σας;

        Φυσικά το αγαπώ, απάντησε αστραπιαία, ποιος αλήθεια δεν αγαπάει τα παιδιά του. Το ανέθρεψα με φροντίδα κι αγάπη κι όλα αυτά τα χρόνια απασχολήθηκα με τις χαρές και τις λύπες του, και με όλα τα άλλα πράγματα για τα οποία νοιάζεται μιά μητέρα. Αλλά είναι παράξενο που μου κάνατε αυτή την ερώτηση.

        Είναι;

        Βλέπετε, ποτέ δεν έχω μιλήσει για τον εαυτό μου σε κανένα, ούτε ακόμα και στην αδελφή μου ή στον πρώην σύζυγό μου και ξαφνικά να μου κάνει ένας άγνωστος αυτή την ερώτηση, μου φάνηκε τόσο παράξενο, παρόλο που πραγματικά θέλω να μιλήσω γι’ αυτό μαζί σας. Χρειάστηκα πολύ θάρρος για να ξεκινήσω μιά κουβέντα μαζί σας αλλά χαίρομαι που το κάνετε τόσο εύκολο για μένα να μιλήσω. Πάντα συνήθιζα ν’ ακούω αλλά όχι με την έννοια που ζήτησα από εσάς να κάνετε, αλλά και ποτέ κανείς δεν φάνηκε ν’ ακούσει κι εμένα, και ως επί το πλείστον ήμουν σιωπηλή. Ακούγοντας κανείς τους άλλους μαθαίνει, αλλά στα περισσότερα από αυτά που ακούει δεν υπάρχει τίποτε που να μην το ξέρει ήδη. Οι άνδρες κουτσομπόλευαν τόσο πολύ όσο και οι γυναίκες και επιπλέον γκρίνιαζαν για τη δουλειά τους και για τους μικρούς μισθούς. Μερικοί μιλούσαν για την αναμενόμενη προαγωγή τους, άλλοι για την κοινωνική μεταρρύθμιση, για το κοινωνικό κράτος, ή για το τι είπε ο ένας ή ο άλλος ειδήμων. Τους άκουγα όλους και ποτέ δεν άνοιξα την καρδιά μου σε κανένα. Μερικοί ήταν πιο έξυπνοι και άλλοι πιο ανόητοι από μένα, αλλά στα περισσότερα πράγματα δεν ήταν και τόσο διαφορετικοί από μένα. Μου αρέσει η μουσική, αλλά την ακούω μ’ ένα διαφορετικό αυτί. Τον περισσότερο καιρό ακούω τον έναν ή τον άλλον, αλλά υπάρχει επίσης και κάτι άλλο το οποίο ακούω, κάτι που διαρκώς μου ξεφεύγει. Μπορώ να σας μιλήσω γι’ αυτό;

        Αυτός δεν είναι ο λόγος που βρισκόμαστε μαζί τώρα εδώ;

        Ναι, υποθέτω ότι είναι. Βλέπετε, όπως σας είπα πριν είμαι 45 ετών και στα περισσότερα από αυτά ήμουν απασχολημένη με τους άλλους. Ήμουν απασχολημένη με χίλια-δυό πράγματα, όλη τη μέρα και κάθε μέρα. Με τον σύζυγό μου χώρισα και από τότε ήμουν απασχολημένη με το παιδί περισσότερο από πριν. Τώρα, κατά ένα περίεργο τρόπο στρέφομαι στον εαυτό μου όλη την ώρα.

        Μπορώ να σας βοηθήσω;

        Πολύ θα το ήθελα, και για έναν ακόμα λόγο, επειδή μου είστε άγνωστος.

        Είναι δύσκολο να είναι κανείς απλός μέχρι το τέλος οποιουδήποτε πράγματος, δεν είναι; Ζούμε κάτι που είναι απλό αυτό καθ’ αυτό, αλλά γρήγορα γίνεται περίπλοκο, είναι δύσκολο να διατηρηθεί μέσα στα όρια της πρωταρχικής απλότητας του. Δεν το αισθάνεστε ότι είναι έτσι;

        Κατά κάποιο τρόπο ναι. Υπάρχει κάτι το απλό στην καρδιά μου, μα δεν ξέρω τι σημαίνει όλο αυτό.

        Είπατε ότι αγαπάτε το παιδί σας. Ποιο είναι το νόημα αυτής της λέξης «αγάπη»;

        Σας είπα τι σημαίνει, το να αγαπάει κανείς το παιδί του, είναι να το φροντίζει, να δει μην του συμβεί τίποτε κακό, να μην κάνει πάρα πολλά σφάλματα, να το προετοιμάσει για μία καλή δουλειά, να κάνει ένα καλό γάμο, και τα λοιπά.

        Αυτό είναι όλο;

        Τι περισσότερο μπορεί να κάνει μιά μητέρα;

        Αν μου επιτρέπετε, η αγάπη σας για το παιδί σας γεμίζει ολόκληρη τη ζωή σας κι όχι απλώς ένα μέρος της;

        Όχι, το αγαπώ, αλλά αυτό ποτέ δεν γέμισε ολόκληρη τη ζωή μου. Οι σχέσεις μου με τον σύζυγό μου ήταν διαφορετικές, εκείνος μπορεί να γέμιζε τη ζωή μου, αλλά όχι το παιδί. Και τώρα που έχει μεγαλώσει κι έγινε άνδρας έχει τη δική του ζωή να ζήσει. Με αγαπά και το αγαπώ. Αλλά η σχέση ανάμεσα στον άνδρα και στη γυναίκα είναι διαφορετική, και θα βρουν την πληρότητα της ζωής τους όταν παντρευτούν.

        Δεν θελήσατε ποτέ το παιδί σας να εκπαιδευτεί σωστά έτσι ώστε να βοηθήσει στο σταμάτημα των πολέμων, και να μη σκοτώνονται για κάποια ιδεολογία ή για να ικανοποιούν τη δίψα κάποιου πολιτικού για δύναμη; Η αγάπη σας δεν σας κάνει να θέλετε να το βοηθήσετε να δημιουργήσει ένα διαφορετικό είδος κοινωνίας, μιά κοινωνία στην οποία το μίσος, ο ανταγωνισμός, ο φθόνος, θα έχουν πάψει να υπάρχουν;

        Μα τι μπορώ να κάνω εγώ γι’ αυτό; Εγώ η ίδια δεν έχω εκπαιδευτεί σωστά, επομένως πως είναι δυνατόν να βοηθήσω στη δημιουργία μιάς νέας κοινωνικής κατάστασης;

        Δεν αισθάνεστε έντονα πάνω σ’ αυτό;

        Φοβάμαι, όχι. Αισθανόμαστε ποτέ έντονα σε οποιοδήποτε πράγμα;

        Τότε η αγάπη δεν είναι κάτι δυνατό, το ζωτικό, το άμεσα απαραίτητο;

        Θα έπρεπε να είναι, αλλά για τους περισσότερους από μας δεν είναι. Αγαπώ το γιό μου και προσεύχομαι να μην του συμβεί τίποτε κακό, αν του συμβεί, τι άλλο μπορώ να κάνω παρά να κλάψω με πικρά δάκρυα γι’ αυτό;

        ΑΝ έχετε αγάπη, δεν είναι αρκετά δυνατή για να σας κάνει να δράσετε; Η ζήλεια, όπως και το μίσος, είναι δυνατή, και προκαλεί δυναμική, ρωμαλέα δράση. Αλλά η ζήλεια δεν είναι αγάπη. Έτσι, ξέρουμε τι είναι αγάπη;

        Πάντα νόμιζα ότι αγαπούσα το παιδί μου, ακόμα και αν αυτό δεν ήταν το μεγαλύτερο πράγμα στη ζωή μου.

        Υπάρχει τότε μιά μεγαλύτερη αγάπη στη ζωή σας από την αγάπη σας για το παιδί σας;

        Δεν είναι εύκολο να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, και αισθανόταν άβολα και σε αμηχανία καθώς το θίξαμε. Για λίγη ώρα δεν μίλησε και μείναμε χωρίς να πούμε λέξη.

        Ποτέ δεν είχα πραγματικά αγαπήσει, άρχισε απαλά. Ποτέ δεν είχα αισθανθεί τόσο πολύ βαθιά για ό,τιδήποτε. Συνήθιζα να ζηλεύω πολύ και ήταν τρομερά έντονο αίσθημα. Μου γέμιζε την καρδιά και την έκανε βίαιη. Έκλαιγα, έκανα σκηνές, αλλά όλα αυτά έχουν περάσει, έχουν σβήσει. Επίσης και η σεξουαλική επιθυμία ήταν πολύ έντονη, αλλά με το παιδί ελαττώθηκε και τώρα έχει τελείως εξαφανιστεί. Τα αισθήματά μου για το παιδί μου δεν είναι ό,τι θα έπρεπε να είναι. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ό,τιδήποτε πολύ έντονα, εκτός από τη ζήλεια και το σέξ. Και αυτό δεν οδηγεί πολύ μακριά, οδηγεί;

        Όχι και πολύ μακριά.

        Τότε τι είναι αγάπη; Προσκόλληση, ζήλεια, ακόμα και το μίσος, είναι αυτά που συνήθιζα να θεωρώ αγάπη και φυσικά και τις σεξουαλικές σχέσεις. Αλλά βλέπω τώρα ότι οι σεξουαλικές σχέσεις είναι ένα πολύ μικρό μέρος ενός μεγαλύτερου πράγματος. Το μεγαλύτερο πράγμα δεν το γνώρισα ποτέ, και αυτός είναι ο λόγος που το σέξ έγινε τόσο απαιτητικά σημαντικό, τουλάχιστον για ένα διάστημα. Όταν κι αυτό έσβησε, νόμισα ότι αγαπούσα το παιδί μου, αλλά το γεγονός είναι ότι το αγαπούσα, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη, μόνο με ένα πολύ μικρό τρόπο και παρόλο που είναι καλό παιδί, είναι κι αυτό σαν χιλιάδες άλλα. Υποθέτω ότι όλοι είμαστε μετριότητες, ικανοποιημένοι με ασήμαντα πράγματα, με τη φιλοδοξία, την ευμάρεια, τον φθόνο. Οι ζωές μας είναι ασήμαντες, είτε ζούμε σε παλάτια είτε σε καλύβες. Τώρα όλα αυτά τα βλέπω πολύ καθαρά, πράγμα που δεν το έκανα ποτέ πριν, αλλά καθώς πρέπει να ξέρετε, δεν είμαι μορφωμένη.

        Η εκπαίδευση δεν έχει τίποτε να κάνει με αυτό, η μετριότητα δεν είναι μονοπώλιο του ανεκπαίδευτου. Ο πολυμαθής, ο επιστήμονας, ο πολύ έξυπνος, κι αυτός μπορεί επίσης να είναι μιά μετριότητα. Η ελευθερία από τη μετριότητα, από την ασημαντότητα, δεν είναι ζήτημα τάξης ή μάθησης.

        Αλλά δεν έχω σκεφτεί πολύ, δεν έχω αισθανθεί πολύ, η ζωή μου ήταν ένα θλιβερό πράγμα.

        Ακόμα και όταν αισθανόμαστε έντονα, είναι συνήθως για τέτοια μικρά πράγματα, για την προσωπική και την οικογενειακή εξασφάλιση, για τη σημαία, για κάποιο θρησκευτικό ή πολιτικό ηγέτη. Τα αισθήματά μας είναι πάντα υπέρ ή κατά κάποιου πράγματος. Δεν είναι σαν τη φωτιά που καίει ζωηρά, χωρίς καπνό.

        Αλλά ποιος θα μας δώσει αυτή τη φωτιά;

        Το να εξαρτάσαι από κάποιον άλλον, το να προσμένεις από έναν ειδήμονα, έναν ηγέτη, είναι το να αφαιρείς τη μοναχικότητά από την αγνότητα της φωτιάς. Αυτό, δημιουργεί καπνό.

        Τότε, αν δεν πρέπει να ζητήσουμε βοήθεια, θα πρέπει να έχουμε φωτιά για ν’ αρχίσουμε.

        Καθόλου. Στην αρχή η φωτιά δεν υπάρχει, θα πρέπει να τη φουντώσει κανείς, θα πρέπει να υπάρξει φροντίδα, ένα σοφό παραμέρισμα, με κατανόηση των πραγμάτων εκείνων που κάνουν τη φωτιά να καπνίζει, που καταστρέφουν την καθαρότητα της φλόγας. Τότε μόνο υπάρχει η φωτιά που τίποτε δεν μπορεί να τη σβήσει.

        Αλλά αυτό χρειάζεται νοημοσύνη, που εγώ δεν την έχω.

        Ναι, την έχετε. Όταν βλέπετε για τον εαυτό σας πόσο μικρή είναι η ζωή σας, πόσο λίγη η αγάπη σας, όταν αντιλαμβάνεστε τη φύση της ζήλειας, όταν αρχίζετε να έχετε επίγνωση του εαυτού σας σε κάθε σχέση, υπάρχει ήδη η κίνηση της νοημοσύνης. Η νοημοσύνη είναι ζήτημα σκληρής δουλειάς, γρήγορη αντίληψη των πανούργων τεχνασμάτων του νού, η αντιμετώπιση του γεγονότος και το ξεκάθαρο «σκέπτεσθαι», χωρίς υποθέσεις ή συμπεράσματα. Για να ανάψετε τη φωτιά της νοημοσύνης και να τη διατηρήσετε αναμμένη, χρειάζεται εγρήγορση και μεγάλη απλότητα.

        Είναι ευγενικό έκ μέρους σας να λέτε ότι έχω νοημοσύνη, αλλά έχω;

        Είναι καλό να εξετάζεις, αλλά όχι να βεβαιώνεις ότι έχεις ή δεν έχεις. Το να εξετάσεις σωστά, είναι αυτό το ίδιο η αρχή της νοημοσύνης. Εμποδίζετε τη νοημοσύνη στον εαυτό σας με τις ίδιες σας τις πεποιθήσεις, τις γνώμες, τις διαβεβαιώσεις και τις αρνήσεις. Η απλότητα είναι ο δρόμος της νοημοσύνης, όχι η απλή επίδειξη της απλότητας στα εξωτερικά πράγματα και στη συμπεριφορά, αλλά η απλότητα του εσωτερικού μη-είναι. Όταν λέτε «ξέρω», βρίσκεστε στο μονοπάτι της μη-νοημοσύνης, αλλά όταν λέτε «δεν ξέρω», και πραγματικά το αισθάνεστε, έχετε ήδη ξεκινήσει στο μονοπάτι της νοημοσύνης. Όταν ένας άνθρωπος δεν ξέρει, κοιτάζει, προσέχει, εξετάζει. Το να «ξέρεις» είναι το να συσσωρεύεις, και αυτό που συσσωρεύεις ποτέ δεν θα γνωρίσεις, δεν είναι νοήμον.

        Αν βρίσκομαι στο μονοπάτι της νοημοσύνης επειδή είμαι απλή και δεν ξέρω πολλά …..

        Το να σκέφτεται κανείς με όρους του «πολύ» σημαίνει το να είναι μη-νοήμων. Το «πολύ» είναι μιά συγκριτική λέξη και η σύγκριση βασίζεται στη συσσώρευση.

        Ναι, το βλέπω αυτό, αλλά όπως έλεγα, αν κανείς βρίσκεται στο μονοπάτι της νοημοσύνης επειδή είναι απλός και πραγματικά δεν ξέρει τίποτε, τότε θα έλεγε κανείς πως η νοημοσύνη είναι όμοια με την άγνοια.

        Η άγνοια είναι άλλο πράγμα, και η κατάσταση του μη γνωρίζειν ένα τελείως διαφορετικό. Τα δύο δεν σχετίζονται με κανένα τρόπο. Μπορεί να είστε πολυμαθής, έξυπνη, ικανή, ταλαντούχα, κι όμως να βρίσκεστε σε άγνοια. Υπάρχει άγνοια, όταν δεν υπάρχει αυτογνωσία. Ο άνθρωπος που αγνοεί είναι εκείνος που δεν έχει επίγνωση του εαυτού του, που δεν ξέρει τις ίδιες του τις πλάνες, τις ματαιοδοξίες, τους φθόνους και τα λοιπά. Η αυτογνωσία είναι ελευθερία. Μπορεί να ξέρετε τα πάντα για τα θαύματα της γης και του ουρανού και όμως να μην είστε ελεύθερη από το φθόνο και από τη θλίψη. Όταν λέτε «δεν ξέρω», μαθαίνετε. Το να μαθαίνεις δεν είναι το να συσσωρεύεις, είτε γνώση, είτε πράγματα, είτε σχέσεις. Το να είσαι νοήμων είναι να είσαι απλός, αλλά το να είσαι απλός είναι εξαιρετικά δύσκολο.

        Σας ευχαριστώ πολύ που πραγματικά με ακούσατε, που σπαταλήσατε το χρόνο σας με τους δικούς μου δαίμονες.

        Δεν σπατάλησα κανένα χρόνο μαζί σας, για έναν πολύ απλό λόγο, τόση ώρα που κουβεντιάζαμε βρισκόμασταν και οι δυό στο παρόν. Νιώσατε εσείς καθόλου τον χρόνο;

        Ναι, έχετε δίκιο, τόση ώρα ο χρόνος είχε εξαφανισθεί. Θέλετε να συνεχίσουμε αύριο τη κουβέντα μας;

        Φυσικά, αλλά όχι εδώ, αύριο, την ίδια ώρα προτείνω να πάμε στην ……………

        Φυσικά …

Οι απορίες του κυρίου «Κ» και άλλα μικροπολιτικά της πόλης μας

  Οι απορίες του κυρίου «Κ» και άλλα μικροπολιτικά της πόλης μας   «Μου επιτρέπεται να καθίσω στη παρέα σας;». Είναι η συνηθισμένη φράση...